Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Η Κατερίνα Μάτσα παρουσιάζει "Τα φώτα στο βάθος"

Παρουσίαση: Κ. Μάτσα

[Πλήθος κόσμου ήταν στο Λοκομοτίβα την Παρασκευή 28 Φλεβάρη στην παρουσίαση του βιβλίου της Niemands Rose Tα φώτα στο βάθος, εκδόσεις Aπόπειρα. Tην παρουσίαση έκανε η Kατερίνα Mάτσα και ακολούθησε συζήτηση με τη συγγραφέα.]

Πρόκειται για μια συλλογή 38 διηγημάτων που μιλούν, με το δικό τους, ιδιαίτερο τρόπο για «αυτό το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή», όπως θα έλεγε ο συγγραφέας Ρόμπερ Βάλζερ, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, μέχρι το θάνατό του, στο ψυχιατρείο.
Η συγγραφέας της συλλογής διάλεξε ως διαδικτυακή ταυτότητα και στη συνέχεια ως ψευδώνυμο το στίχο του Εβραίου ποιητή Πάουλ Τσελάν «Του κανενός το ρόδο».
«Δεν ανήκω σε κανένα πολιτικό χώρο. Έχω, όμως, ταξική συνείδηση. Είμαι κόρη εργάτη, βίωσα την ανεργία του πατέρα μου στη δεκαετία ΄90, διαμόρφωσα ως έφηβη συνείδηση μέσα από τις καταλήψεις και το μαθητικό κίνημα της ίδιας περιόδου. Αυτά τα πράγματα με καθόρισαν» λέει σε μια συνέντευξή της («Δρόμος της αριστεράς» 28/12/2013).
Έχοντας λοιπόν ταξική συνείδηση διακηρύσσει θαρραλέα «Αλληλεγγύη μόνο σ’ αυτούς που μας βλέπουν από το ίδιο ύψος. Σ’ αυτούς που καταλαβαίνουν πως ο εργάτης δεν είναι κανενός περιουσία, ούτε του αφεντικού, ούτε του κόμματος». Στο διήγημα «Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό» προσδιορίζει με σαφήνεια το αξιακό της σύμπαν. «Αυτά είναι εμένα τα ιερά και τα όσια. Οι δάσκαλοί μου, οι φίλοι μου, οι άντρες που ερωτεύτηκα, οι άνθρωποί μου, οι μνήμες μου. Και η ποίηση. Που δεν τη βρίσκω μόνο στα βιβλία. Που την αναζητώ στα πρόσωπα και τα έργα των ανθρώπων. Στον κόσμο».
Κεντρικό πρόσωπο σ’ όλα τα διηγήματα είναι ο άνθρωπος με τα πάθη του. Ο μοναχικός, ο τρυφερός, ο δυστυχισμένος, ο τρελός, ο ηλικιωμένος, ο καθημερινός άνθρωπος στη σχέση με τη φύση και την ιστορία, ο άνθρωπος Αντίφαση.
«Η αντίφαση στους ανθρώπους και η ανατροπή στη ζωή είναι κάτι που αναγνωρίζεις», λέει η ίδια.
Βάζοντας βαθειά το μαχαίρι της κριτικής στη σάρκα της σημερινής κοινωνίας, που βρίσκεται σε βαθειά κρίση, αποκαλύπτει τον πόθο, τη λαχτάρα της για ένα πιο δίκαιο κόσμο, έναν κόκκινο κόσμο. «Το κόκκινο χώμα. Αυτό το χώμα είναι μόνο δικό μας ποιητή. Ο κόσμος και ο έρωτας, που ’ναι κόκκινος κι αυτός. Δικός μας. Δικός μας και του κόσμου όλου». Ο κόσμος, ο έρωτας, το χώμα, ο ποιητής, όλα είναι κόκκινα και όλα ανήκουν σε όλο τον κόσμο, το όραμα της παγκόσμιας κοινοκτημοσύνης του ελευθεριακού κομμουνισμού.
Με καυστικό τρόπο στοχάζεται πάνω στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα. Ποια είναι η φύση του ανθρώπου, ποιος λογίζεται φίλος; «Κι έμαθα πως το ζόρικο δεν είναι δάσκαλε να πάρεις το ρίσκο ν’ αρπάξεις το φίλο από το γιακά και να τον ταρακουνήσεις πριν πέσει στο γκρεμό. Το δύσκολο είναι, δάσκαλε, να πεις τί είναι γκρεμός και τί δεν είναι». Η αδυναμία επικοινωνίας, οι αταίριαστες σχέσεις, η πικρή ζωή, η παιδοκτονία, η αυτοκτονία της μητέρας γίνονται κομμάτια ενός puzzle, της φυλακής της καθημερινής δυστυχίας της γυναίκας και μητέρας που κάποια στιγμή υπερβαίνει τα όρια της απελπισίας, και της λογικής και πέφτει στο κενό. Τα ψυχικά τραύματα, η ψύχωση, τα ψυχοφάρμακα, οι φωτισμένες βιτρίνες, οι σειρήνες του περιπολικού, η αντίσταση της «τρελής», που πήγε να κλέψει λίγη από τη λάμψη της βιτρίνας, βάζοντας στη μεγάλη τσάντα της τα ασημένια μαχαιροπήρουνα, «αφού χωρούσαν».
«Σπαρταρούσε σαν το ψάρι. Αλλά δεν ήταν ψάρι. Τύχαινε αν είναι άνθρωπος. Γύρω στα εξήντα. Οι χειροπέδες. Σαν το λουκέτο στο μαγαζί του μπαμπά. Η Ιρλανδία γιόρταζε το οικονομικό θαύμα. Και επί γης Irène («και επί γης ειρήνη»). Η Irène, η τρελή στην Ιρλανδία, που γιορτάζει το οικονομικό θαύμα. Και πίσω απ’ αυτό η οικονομική χρεοκοπία του πατέρα της Irène που σφράγισε τα παιδικά της χρόνια, το λουκέτο στο μαγαζί του, που μας προσγειώνει στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης και των αναρίθμητων λουκέτων. Πόσες Irène, άραγε, θα κυκλοφορούν στους δρόμους του μέλλοντος;
Ο άνθρωπος, έλεγε η Glady Swain, έχει το προνόμιο της τρέλας. Είναι η αντεστραμμένη εικόνα του εαυτού σου στον καθρέφτη, η εικόνα που πρέπει να σέβεσαι.
Ο ψυχασθενής περπατά κοιτώντας διαρκώς κάτω, χωρίς να μιλά. Και εκείνη, η νορμάλ, υπόσχεται σεβαστικά να κοιτά κι αυτή καμιά φορά το χώμα, «παρόλη τη βιασύνη, παρόλες τις καβάντζες. Και τότε να με ρωτώ τι ώρα είναι» («Στο δρόμο»).
Ποιος καθορίζει άραγε τα όρια ανάμεσα στο νορμάλ με τις καβάντζες και το μη νορμάλ της ψυχικής αρρώστιας; Τί κάνει τους ανθρώπους να βάζουν απέναντι και να κοροϊδεύουν τον αυτιστικό; Ο Γερμανός αυτιστικός και η Μαρίτσα, που η μάνα της την πήγαινε στη Μεγαλόχαρη συναντιούνται στο ίδιο πλοίο της γραμμής, «χωρίς να βλέπουν ο ένας τον άλλο, έβλεπαν όμως και οι δυο, την ίδια στιγμή, τα χρώματα του δειλινού και δεν ακουγόταν παρά μόνο ο αχός της θάλασσας και το κρώξιμο του γλάρου» («Αυτός, αυτή, αυτισμός»).
Με χιούμορ, άλλοτε τρυφερό και άλλοτε καυστικό, μιλά για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και το χρόνο. Η υπέργηρη γιαγιά πεθαίνει στα 103, τα εγγόνια της τη θάβουν και γυρνώντας από τα νεκροταφείο ανακαλύπτουν ρολόγια μέσα στις γλάστρες της γιαγιάς. Η έρημη άκουσε τους γείτονές της που της έλεγαν «κρύβε λόγια» και κατάλαβε «κρύβε ρολόγια». Να υπονοεί, άραγε, η συγγραφέας τη δυνατότητα μιας ζωής, με το χρόνο όχι δυνάστη αλλά σαν τα λουλούδια στις γλάστρες, που ευφραίνουν τις ψυχές; («Το μυστικό της μακροζωΐας»).
Θριαμβευτικά, σχεδόν, περιγράφει το σπάσιμο των αλυσίδων της κοινωνικής συμβατικότητας. Η παντρεμένη νοσοκόμα που ερωτεύεται τον φυλακισμένο μαύρο, στον οποίο κάνει τις ενέσεις για τον σακχαρώδη διαβήτη επιλέγει να σπάσει τα δεσμά του συμβατικού γάμου της, να πάει και εκείνη στη φυλακή και μετά να πετάξουν μαζί, ελεύθεροι πια, η Μπεθ και ο Μπεμ για το Λάγος της Νιγηρίας («Είναι τα φιλιά σαν φυλακή»).
Και μετά μια άλλη φυλακή, η φυλακή του Διαδικτύου, προσομοίωση μιας πραγματικής ζωής, δημιουργεί υποκατάστατα σχέσεων, που επιχειρούν να γεμίσουν το κενό μιας μοναχικής και δυστυχισμένης ύπαρξης, της όμορφης, νυμφομανούς Ζορζέτ, τραγουδίστριας τον παλιό καιρό σε μπουζουξίδικο, που κατέληξε 108 κιλά και κλείστηκε στο σπίτι της, μόνη με το Διαδίκτυο και τους διαδικτυακούς της έρωτες («Έρωτας στο Διαδίκτυο»).
Με δέος στέκεται μπροστά στον χωρίς όρια ανθρώπινο πόνο, στην προσευχή του καρκινοπαθούς που ελπίζει στο θαύμα. «Και τότε σ’ αυτό που εσύ επισκέπτεσαι σαν έκθεμα, το μοναστήρι των ταξιαρχών, θα δεις έναν συνομήλικό σου άντρα, χωρίς μαλλιά, χωρίς φρύδια, ντυμένο κάζουαλ, έναν κανονικό άνθρωπο, έναν κανονικό καρκινοπαθή, με σφιχτά σφαλισμένα τα μάτια, γονυπετή, με σφιγμένο στα χέρια ένα τόσο δα βιβλιαράκι με προσευχές, ψαλμούς, ούτε πως τα λένε δε θα ξέρεις, να ψιθυρίζει με ακουμπισμένο στην εικόνα το κεφάλι που θέρισαν οι χημειοθεραπείες, να ψιθυρίζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του προσευχές. Και θα βγεις τρεκλίζοντας με την εικόνα του ικέτη στα μάτια σου μπροστά» («Αδιάκοπα»).
Συγκλονιστική η εικόνα συναγωνίζεται σε δύναμη την άλλη, επίσης συγκλονιστική, απεικόνιση της ζωής και του θανάτου, σε μια σύνθεση, μέσα στην καθημερινότητα, με την Ιστορία να βγάζει και εδώ τη γλώσσα. Τον πίνακα συνθέτουν ζωντανοί και νεκροί, ο ιατροδικαστής, η ομάδα των φοιτητών με τις άσπρες μπλούζες, το πτώμα της νεκρής κοπέλας και το ιστορικό περίγραμμα, το πραξικόπημα. Η κοπέλα «είχε πολλή ομορφιά μέσα της». Μήπως βρισκόταν εκεί γιατί αγωνίστηκε ενάντια στο πραξικόπημα και την σκότωσαν; Υπαινικτικός ο λόγος της. «Ο τραυματιοφορέας, όσο γινόταν το μάθημα, πείνασε. Έβγαλε το σάντουϊτς. Έπεσαν ψίχουλα πάνω στο άψυχο σώμα. Από το ανοιχτό παράθυρο όρμησε ένα σπουργιτάκι. Η ομορφιά που είχε μέσα της άρχισε να χύνεται στα φθαρμένα μωσαϊκά του νεκροτομείου. Αλλά όλοι κυνηγούσαν αλλόφρονες να διώξουν το σπουργίτι» («Κυνήγι»).
Και ύστερα, ο απολογισμός μιας άχαρης, ανούσιας, απολίτικης μικροαστικής ζωής. «Γέρασε χωρίς τις πλατείες των πολιτικών συνειδήσεων». Έμμεση αναφορά στις πλατείες των αγανακτισμένων ή μήπως προσδοκία για τις πλατείες των εξεγερμένων;
Τώρα πια η κρίση έριξε τις μάσκες και έδειξε το πραγματικό πρόσωπο των ανθρώπων εκείνων «που η αγορά ήταν η εκδρομή τους. Και τώρα τελείωσε το ρευστό, οι πιστώσεις, τα αποθέματα, η απολιτίκ πορεία με ορόσημο σταθμό διορισμένες κυβερνήσεις, η εξάντληση της συμμετοχής στα κοινά από τα πουφ των σόσιαλ μίντια, τα greeklish και τα ακρωνύμια της παγκόσμιας αργκό στο διαδικτυακό μας παρόν, OMG, τα πολυμορφικά αυτοκίνητα στο επαρχιακό τοπίο, που έμοιαζε φολκλόρ στο βλέμμα ενός ξένου. Το βλέμμα μας» («Κυριακές γκράν γκινιόλ»).
Ανατριχιαστικά ρεαλιστική η περιγραφή των αλλοτριωμένων μικροαστών, των «ζόμπι της μη ζωής», που η κρίση αποκάλυψε τη γύμνια τους.
Με σπαραγμό αναφέρεται στη δολοφονία, την «κατά λάθος» εκτέλεση του νεαρού και ταλαντούχου βραζιλιάνου στο μετρό του Λονδίνου, το 2005, στην κορύφωση της τρομοϋστερίας. Με ταξική περηφάνια ταυτίζεται με τους φτωχούς γονείς του που πετούν στα μούτρα των ιμπεριαλιστών την «επανόρθωση του λάθους τους», που γι αυτούς δε θα μπορούσε να είναι παρά μόνο χρηματική αποζημίωση. «Ο πλούτος στη Βραζιλία λογαριάζεται αλλιώς, μαλάκες» («Το λάθος»).
Η περηφάνεια των καταπιεσμένων βγάζει περιφρονητικά τη γλώσσα στους καταπιεστές και δολοφόνους τους. Ένα μάθημα αξιοπρέπειας, στο οποίο οφείλουμε να υποκλιθούμε.
Κοσμοπολίτισσα η συγγραφέας μιλά με πίκρα για την καταπίεση της ελληνίδας γυναίκας μέσα «στους 4 τοίχους με τα σεμεδάκια» («Για τη γυναίκα, το γήρας, το γαμώτο»). Έχει επισκεφθεί, έχει γνωρίσει άλλους τόπους με τη γυναίκα χειραφετημένη, να χαίρεται τη ζωής της. Και όμως, αυτή η γυναίκα, που θυσιάζεται για όλους τους άλλους, που κάποιοι την είπαν Μαίρη Παναγιωταρά, έχει τη δύναμη να ανακαλύψει την αξία της ζωής μετά τη μαστεκτομή και να νοιώθει «πολύ τυχερή, παρόλαυτά».
Ξεχύνονται από μέσα της ποτάμια τρυφερότητας για τους ανήμπορούς, τους μοναχικούς ηλικιωμένους. «Από τον ορό του γέροντα στο νοσοκομείο, που δεν περιμένει επισκεπτήριο τρέχει στάλα - στάλα η μοναξιά». Αλλά και προς τα ζώα είναι τρυφερή «για να μπορώ να χαϊδεύω τις αδέσποτες γάτες χωρίς να φοβάμαι το τοξόπλασμα» («Αγάπη, ρέ»).
Μιλά επίσης με νοσταλγία για τις Κυριακές της αθωότητας, τις Κυριακές τις παλιάς εποχής, με τους χορούς, το γιορτινό τραπέζι, την κοινή συμμετοχή, τη συλλογικότητα, που σε κάνει άνθρωπο και σου δίνει τη δύναμη να αντέχεις τα δύσκολα.
Την ποίηση αναζητά η συγγραφέας «στα πρόσωπα και τα έργα των ανθρώπων. Στον κόσμο», όπως λέει. Και τη βρίσκει σε ένα δώρο, φαινομενικά άχρηστο, αφού φτάνει σπασμένο στον προορισμό του, σύμβολο όμως της τελευταίας ελπίδας μιας μάνας.
Ο γιατρός, που νοσήλευε το παιδί με τον αυτοκτονικό ιδεασμό, είναι τώρα σύμβουλος σε Υπουργείο. Η μάνα του παιδιού του στέλνει κάθε χρόνο δώρα γυαλικά που σπάζουν μέχρι να φτάσουν στα χέρια του από το ταχυδρομείο. Τα παραλαμβάνει η γραμματέας του, που δεν την αποκαλεί καν με το όνομά της. Εκείνος άψυχος άνθρωπος τα πετά ενοχλημένος στα σκουπίδια. Κάποτε όμως καταλαβαίνει ότι αυτή η μάνα μ’ αυτό τον τρόπο του στέλνει μήνυμα ότι το παιδί της είναι εύθραυστο και θα μπορούσε, αν εκείνος δεν το πρόσεχε να γίνει θρύψαλα. «Όταν το κατάλαβε έπιασε τα σπασμένα γυαλιά με τα χέρια του και μάτωσε. Τότε γινόταν άνθρωπος. Γέμιζε ψυχή» («Τα δώρα που σπάνε»).
Η μαύρη σημαία της κατάληψης και το μωβ του ουρανού και του αίματος, είναι διαχρονικά σύμβολα της εξεγερσιακής παρουσίας του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, που αποζητά όμως και μια άλλη, πιο αρμονική, σχέση με τη φύση. «Αλλά να μυρίζει θυμάρι» («Χρώματα και αρώματα»).
Αλλού, η εξεγερσιακή δράση παίρνει μορφή χάπενινγκ, όπως εκεί που 70 άτομα ορμούν σε μια παραλία και κολλούν στο στόμα των λουόμενων μονωτικές ταινίες. «Ενός λεπτού συναισθήματος σιγή. Η σιωπή υποκλίνεται στην ομορφιά του κόσμου» («Ενός λεπτού σιγή»).
Αλλού, πάλι, οι νεαροί αντιεξουσιαστές απαλλοτριώνουν από τα ράφια του supermarket τα τρόφιμα που  τα μοιράζουν στον κόσμο και τελικά γεύεται ακόμα και ο συντηρητικός και φοβισμένος κυρ Μενέλαος. Η οικονομική κρίση έρχεται να γεφυρώσει το χάσμα των γενεών, κάνοντας ακούσια συμμέτοχους σε μια ανατρεπτική πράξη ακόμα και τους παππούδες («Ρομπέν των αγορών»).
Το νυστέρι της κριτικής μπαίνει βαθειά στο σώμα της σημερινής κοινωνίας, που καταρρέει και καταθλίβεται. "Και λες οι οικονομικοί δείχτες κάποτε θα ευπρεπιστούν, αλλά ο κουρνιαχτός από τη σύνθλιψη και την κατάθλιψη θα έχει επικαθίσει στις αυλές και στις καρδιές μας" («Μπέλ Επόκ της Κυριακής»).
Και το πιο απεχθές προϊόν της σήψης του συστήματος, η Χ.Α., που οι φουσκωτοί τους σκοτώνουν κατά παραγγελία της συζύγου τον άπιστο, πρωταθλητή σύζυγο, αφού του φορέσουν στο κεφάλι μια πλαστική σακούλα. «Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο μας παρέδωσαν τα υπάρχοντά του σε μια άλλη πλαστική σακούλα» («Πλαστική σακούλα»).
Και στον αντίποδα η κοινωνική εξέγερση των απόκληρων. Με μια εκπληκτική παραβολή αναφέρεται στην εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, τη στάση των καθωσπρέπει, των μίντια, των αρχών, αλλά και των διανοούμενων του συστήματος, για την ήσυχη πόλη, το Τάφερε, με τους πλούσιους που ζούσαν ψηλά και τους χαμηλόμισθους και τους χαμηλοσυνταξιούχους, τις χαμηλοκώλες, τους άπορους, τους άστεγους, τους άτυχους, τους μετανάστες, τα πρεζόνια, τις πόρνες, τους πολύτεκνους και τους καταληψίες ενός ραμολιμέντου κτιρίου, που ζούσαν όλοι αυτοί στα χαμηλά.
Και τότε, εκείνα τα Χριστούγεννα, που η Εκκλησία με τις Φιρανθρωπίνες της έκανε τον φιλανθρωπικό της αγώνα για τους αθλίους του Τάφερε έγινε «της κολάσεως». «Πήραν να ξεχύνονται στους δρόμους μέσα από τις παράγκες, τα χαμόσπιτα και την κατάληψη λαοί με χίλια χρώματα, άλλοι κίτρινοι από ίκτερο και ηπατίτιδα, άλλοι μπλε από το κρύο και τις μπουνιές, άλλοι κόκκινοι από το μεθύσι, αρρωστημένα λιπόσαρκοι, αρρωστημένα παχείς, κουτσοί, ανάπηροι, με ρούχα παλιοκαιρισμένα και γιασεμιά στο πέτο. Στα δυό τους πόδια τα τυλιγμένα με κιρσούς – κισσούς, με πιτυρίδα και λίγδα στα μαλλιά, με ξύλα, καδρόνια, πέτρες και βαριοπούλες στα χέρια και με τα γιασεμιά… Κι έπειτα δίποδοι και τετράποδοι έκαναν το πιο ωραίο πλιάτσικο στην πόλη του Τάφερε, λίγο πριν τα σώματα των νόμιμων οπλοφόρων πνίξουν στο αίμα την παραγκούπολη». Και οι συγγραφείς; «Άνοιξε η γη και τους κατάπιε» (“Oh, Christmas free”). Σαφής αναφορά και ευθεία βολή στους διανοούμενους που υπηρετούν πιστά την κυρίαρχη εξουσία, τηρώντας τη σιωπή των αμνών.
Η συγγραφέας διεκδικεί με όλες τις αισθήσεις της και με το στοχασμό της, «με λογισμό και μ’ όνειρο» τη Ζωή και το μέλλον. Και καταγράφει διαλεκτικά το όλον σα μια στιγμή, μια στιγμή ομορφιάς του κόσμου. «Όλα μαζί λογαριάζονται ως τη μία, ενιαία και αδιαίρετη ομορφιά του κόσμου». Κόντρα στη θέληση αυτών που με λόγια γεμάτα μίσος κηρύττουν τον πόλεμο, το ρατσιστικό, τον ιμπεριαλιστικό, τον φονικό πόλεμο.
Αλλά τα φώτα εκεί στο βάθος του ορίζοντα υπάρχουν. Και πρέπει να φαίνονται. «Ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί πρέπει οπωσδήποτε να φαίνονται. Γιατί πρέπει το παιδί μου να τα βλέπει. Και τα φωτάκια της Λιβύης και του κόσμου όλου. Για να ’ναι ο κόσμος, ο άνθρωπος και η Ιστορία ένα, ενιαίο και αδιαίρετο» («Τα φώτα στο βάθος του ορίζοντα»).
Το όραμα της συναδέλφωσης όλων των λαών, το όραμα της πανανθρώπινης ευτυχίας, χωρίς τους πολέμους και τους ταξικούς και γεωγραφικούς διαχωρισμούς, χωρίς το ρατσισμό και το μίσος, το φως της ελπίδας μπροστά στα μάτια τα δικά μας και των παιδιών μας, μπροστά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου. Γιατί, όπως έλεγε ο Λ. Τρότσκι στην Διαθήκη του "η ζωή είναι όμορφη. Ας την καθαρίσουν οι αυριανές γενιές από κάθε ασκήμια, κάθε καταπίεση και βία και ας τη χαρούν στην πληρότητά της".
28/02/2014 


Νέα Προοπτική, 07.03.2014

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

«Τα φώτα στο βάθος» είναι μόνο η αρχή>> Πηνελόπη Πετράκου, για το βραβείο "Νέου Λογοτέχνη" του περιοδικού Κλεψύδρα

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση της Πηνελόπης Πετράκου που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου "Τα φώτα στο βάθος" στα πλαίσια της υποψηφιότητας της Niemands Rose για το βραβείο Νέου Λογοτέχνη που διοργανώνεται από το λογοτεχνικό περιοδικό "Κλεψύδρα".

"Τη Niemands Rose τη γνώρισα τότε που περιδιάβαινα στα ελληνικά ιστολόγια κι έτυχε να πέσω πάνω στην αιχμηρή της πένα και στην καταγγελτική φωνή που είχε το μπλογκ της, το οποίο διατηρεί από το 2007. Αισθανόμουν πως άκουγα, δεν διάβαζα, σπάνιο πράγμα. Υπήρχε κάτι πηγαίο και συμπαγές ταυτόχρονα, που δεν άφηνε αδιάφορο τον περαστικό. Αυτή τη δύναμη ξανασυνάντησα στο πιο επίσημο πόνημά της, στο πρώτο της βιβλίο, Tα φώτα στο βάθος, από τις εκδόσεις Απόπειρα.

Γεννήθηκε στην Κρήτη. Σπούδασε Κοινωνικές Επιστήμες στην Αθήνα και στο Λονδίνο. Έχει συνεργαστεί με διάφορες εφημερίδες και περιοδικές εκδόσεις (την Ελευθεροτυπία, την Αυγή και τα Ενθέματα, το μπαχάρ κ.ά.) ενώ κείμενά της περιλαμβάνονται στο συλλογικό έργο Ανθολόγιον Ιστολόγιον.

Μέσα από ένα πλούσιο και εύστοχο λεξιλόγιο αλλά και μέσα από λογοπαίγνια, παρουσιάζει τις μικρές της ιστορίες, μισο-πραγματικές, μισο-μυθικές, φροντίζοντας όμως από την αρχή ως το τέλος να τις καταθέσει σαν κάτι αληθινό. Χρησιμοποιεί συχνά το στοιχείο της αλληγορίας και ιδιαίτερα της ανατροπής. Από αλλού ξεκινά κι αλλού καταλήγει, λες και έχει βαλθεί να αναιρέσει το προφανές, το εξόφθαλμο, τον κοινό νου στο τέλος-τέλος. Διαβάζοντάς την, αισθάνθηκα ότι το βιβλίο της είναι μια μικρή μάχη ενάντια στην προκατάληψη. Μια καθαίρεση, που δεν γίνεται βάναυσα αλλά γίνεται για τα καλά.

Αυτό που ξεχωρίζει είναι μια βαθιά αίσθηση του Δικαίου, που αποκαλύπτεται μέσα από αφήγηση τρυφερή και αυστηρή εναλλάξ. Είναι πνευματώδης, σαρκαστική και ενίοτε αυτοσαρκαστική, σπάνιο και αυτό. Οι ιστορίες τις εκτυλίσσονται σε αυθεντικά τοπία, χρωματισμένα με γήινους τόνους και αρωματισμένα φυσικά, κι είναι εξαιρετικά παρατηρητική. Έχει όλες τις αισθήσεις αναμμένες για να μη χάσει τίποτα κοσμικό αλλά συνάμα ο ουρανός τής αποσπά την προσοχή.

Αναφέρεται συχνά-πυκνά σε αγαπημένους της ανθρώπους από τα γράμματα και τις τέχνες που τη συγκίνησαν ή την επηρέασαν, κάτι που κατά τη γνώμη μου το πράττει ως φόρο τιμής, ως υποχρέωση και ως ευγνωμοσύνη.

Δεν υπάρχει στασιμότητα στην αφηγηματική ροή, οπότε ο αναγνώστης και να θέλει, δεν μπορεί ούτε να κουραστεί ούτε να βαρεθεί. Άλλοτε γράφει λες και ρίχνει με όπλο κι άλλοτε γράφει πιο διπλωματικά, ας μου επιτραπεί ο όρος, πιο μυθιστορηματικά. Το διήγημά της με τίτλο Το λάθος, ένα από τα ωραιότερα του βιβλίου, θα μπορούσε άνετα να απλωθεί, διότι είναι συμπυκνωμένο, και να γίνει μια ωραιότατη νουβέλα με σαφώς ορισμένο κεντρικό ήρωα και με άρτια δομημένους δεύτερους χαρακτήρες. Η ιστορία του Ζαν-Τσαρλς είναι ένα οπτικό φαινόμενο, κάτι που συμβαίνει μπροστά σου καθώς διαβάζεις. Το ίδιο βιώνεις διαβάζοντας και τον Επικήδειο Αντίλογο. Εδώ έχουμε να κάνουμε χωρίς υπερβολή με τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο. Θεωρώ ότι τα πλάνα, έτσι όπως τα περιγράφει, θα μπορούσαν να συνιστούν σκηνή σε ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου, τον οποίο αναφέρει σε άλλο σημείο και τον οποίο δείχνει να αγαπά, ή ακόμη και του Σταύρου Τσιώλη, που αγαπώ εγώ. Αυτά τα δύο διηγήματα δηλώνουν πόσο παρών χρειάζεται να είναι ένας λογοτέχνης όταν γράφει, πόσο παρών σε όλα όσα υπάρχουν γύρω του, έμψυχα και μη.

Πρόκειται λοιπόν για μια πένα συγκροτημένη, θεληματική, φλογερή σε κάποια σημεία και ως εκ τούτου έχει στόχο. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι αυτή είναι μόνο η αρχή, έχει να μας πει πολλά. Ας πούμε πως Tα φώτα στο βάθος είναι κάτι σαν εκείνα τα πιλοτικά επεισόδια των σήριαλς. Παίρνεις πρώτα ιδέα περί τίνος πρόκειται και μετά ζητάς τη συνέχεια."

Βιβλιοκαφέ Έναστρον. 2η συνάντηση νέων λογοτεχνών.
 | Τρίτη 11 Φεβρουρίου 2014

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Συνέντεξη στον Κώστα Στοφόρο για "Τα φώτα στο βάθος"

    Η Niemands Rose μιλά στον Δρόμο για τα Φώτα στο βάθος και όχι μόνο… Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο
Περνάω περιόδους που αμφισβητώ το ίδιο το διάβασμα. Γιατί να διαβάζουμε λογοτεχνία; «Έχουμε πολύ περισσότερη ποίηση στον κόσμο απ’ ό,τι δικαιοσύνη», λέει ένας ο ήρωας του Αόρατου του Paul Auster. Γιατί να σκύβεις πάνω από τις ζωές των άλλων; Μήπως για να ξεχάσεις τα δικά σου αδιέξοδα; Μήπως για να απογειωθείς από το ζοφερό περιβάλλον; Μήπως η δική σου ανάγνωση «υψηλής» λογοτεχνίας δεν διαφέρει στο βάθος από τον τρόπο που διαβάζουν δίπλα σου στο μετρό τα ευπώλητα, απελπισμένοι επιβάτες;
Με τέτοια διάθεση, διαβάζω ξαφνικά κάτι που μου ανατρέπει τον τρόπο σκέψης. Πολλές φορές νιώθω πως αδυνατώ να περιγράψω την πραγματική επίδραση που είχε ένα βιβλίο πάνω μου και αυτό μου συμβαίνει και με τα Φώτα στο βάθος της Niemands Rose (Εκδ. Απόπειρα). Μικρές ιστορίες γραμμένες με αληθινή μαστοριά, όπου καμία λέξη δεν περισσεύει. Κι όπου μια τελεία, μια λεξούλα, ένα αναπάντεχο τέλος, έχουν τη δύναμη του σοκ. Η συγγραφέας βλέπει και ακούει τον κόσμο γύρω της. Και δεν αρκείται να τον περιγράψει. Παίρνει θέση. Όχι ως εκπρόσωπος κάποιου ιερατείου που σου δείχνει με το βαρύ του δάχτυλο το δρόμο, αλλά ως ένας οδοιπόρος του 21ου αιώνα που μοιράζεται μαζί σου τη γνώση για τα μονοπάτια που βρήκε. 
Υπάρχει και ο σαρκασμός, υπάρχει και η τρυφερότητα, υπάρχει η σκληρότητα, υπάρχει κι η ενσυναίσθηση. Η συγγραφέας καταφέρνει να δει με τα μάτια του άλλου: Εξαιρετική η προσέγγιση στο θρησκευτικό συναίσθημα που δεν συμμερίζεται αλλά και δεν το χλευάζει. Στην πραγματικότητα, για να μιλήσεις γι’ αυτό το εξαιρετικό βιβλίο θα έπρεπε να παρουσιάσεις, να αφηγηθείς μια-μια τις ιστορίες του.
Νιώθεις μια παράξενη συγγένεια με τη συγγραφέα, καθώς μετατρέπει σε λόγο αυτό που κι εσύ είχες στο μυαλό σου. Καθώς λοιπόν εκφράζεται, σε εκφράζει. Η κουβέντα μαζί της ήρθε ως φυσική συνέπεια-συνέχεια ενός διαλόγου που ξεκινά…

Νομίζω πως αξίζει να μας πεις λίγα λόγια για τα Φώτα στο βάθος, όπως τα περιγράφεις σε ένα από τα πιο τρυφερά κείμενα του βιβλίου σου…
Ο τίτλος προέρχεται από το ομώνυμο διήγημα της συλλογής όπου εξιστορώ μια νύχτα που μια μητέρα με το μωρό της στην αγκαλιά προσπαθεί να διακρίνει στο βάθος του ορίζοντα τα φώτα της Λιβύης, τα οποία λέγεται ότι είναι ορατά από τα νότια παράλια της Κρήτης. Και μαζί ανακαλύπτει πολλαπλές συνδέσεις σε μια αναστοχαστική διαδικασία. Ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία να σταθώ στην επιλογή του τίτλου, τον συμβολισμό της φράσης που παραπέμπει σε φωτεινά σημεία που διακρίνονται σε ένα ζοφερό ορίζοντα και που, νομίζω, είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε.
Γιατί Niemands Rose; Τι σημαίνει αυτό το ψευδώνυμο για σένα; Ποιο είναι το πρόσωπο πίσω από το «ρόδο»;
Ο Παούλ Τσελάν, στον οποίο ανήκει η φράση «die niemandsrose» και σημαίνει «του κανενός το ρόδο», είναι μάλλον ο πιο συγκλονιστικός ποιητής που έχω διαβάσει αλλά, ταυτόχρονα, υπήρξε η επιτομή της αντιναζιστικής μου κουλτούρας. Με θυμάμαι πριν από 7 χρόνια να δηλώνω μεταξύ σοβαρού και αστείου σε φίλους, μετά από σχετική πρόσκλησή τους, πως δεν πρόκειται να ξαναδώ άλλη αντιπολεμική ταινία, εννοώντας τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί το μερίδιό μου σ’ αυτή τη ζωή σε αντιναζί και αντιπολεμική παιδεία το έχω καταναλώσει και με το παραπάνω. Ήταν η ίδια περίοδος, συμπτωματικά, που είχα ανακαλύψει τον Τσελάν. Μέσα σε αυτές περίπου τις συνθήκες διάλεξα για διαδικτυακή μου ταυτότητα και σήμερα πια για λογοτεχνικό ψευδώνυμο το Niemands Rose που σημαίνει πολλά και που πίσω από αυτό βρίσκεται η πιο αυθεντική φωνή μου, αυτή που γράφει.
Θεωρείς τα γραπτά σου «στρατευμένα»; Η εποχή μας ζητάει κάτι διαφορετικό από τους ανθρώπους που γράφουν;
Χαίρομαι πολύ που μου κάνετε αυτή την ερώτηση, γιατί έχω μία ευκαιρία να απαντήσω σε κάτι που ανακύπτει και σε βιβλιοκριτικές και σε βιβλιοπαρουσιάσεις μου. Συνηθίζεται να αποδίδεται ο όρος «στρατευμένος» σε όσους παράλληλα με το συγγραφικό τους έργο αρθρώνουν δημόσιο λόγο και ο οποίος, μάλιστα, συχνά ταυτίζεται με συγκεκριμένο ιδεολογικό ρεύμα ή, ακόμα χειρότερα, με πολιτικό κόμμα.
Να τονίσω λοιπόν ότι αυτό το «του κανενός» του ψευδώνυμού μου, που με ρωτήσατε πριν, με εκφράζει και πολιτικά. Δεν ανήκω σε κανέναν πολιτικό χώρο.
Έχω όμως ταξική συνείδηση. Είμαι κόρη εργάτη, βίωσα την ανεργία του πατέρα μου στη δεκαετία του ’90, διαμόρφωσα ως έφηβη συνείδηση μέσα από τις καταλήψεις και το μαθητικό κίνημα τις ίδιας περιόδου. Αυτά τα πράγματα με καθόρισαν. Δεν έχει σημασία αν με το όχημα της κοινωνικής κινητικότητας πήρα «προαγωγή» στη μεσαία τάξη, δεν έχει σημασία πόσο θα «τα καταφέρω» συνολικά στη ζωή μου.
Πάντα θα είμαι η κόρη ενός απολυμένου εργάτη. Από ’κει και πέρα μην περιμένει κανείς από μένα σούπερ-ήρωες, μονολιθικούς χαρακτήρες και γραμμικές πορείες, όταν γράφω, γιατί η αντίφαση στους ανθρώπους και η ανατροπή στη ζωή είναι κάτι που αναγνωρίζω.
Τι είναι αυτό που σου αρέσει στις «αφηγήσεις μικρού μήκους»; Θα έγραφες ένα μυθιστόρημα;
Οι αφηγήσεις μικρού μήκους ήταν το πέρασμά μου από την ποίηση στην πεζογραφία, κάτι που νομίζω αποτυπώνεται στη συλλογή. Ως αναγνώστρια, όμως, προτιμούσα τα μυθιστορήματα. Και τώρα θέλω να δοκιμαστώ σε αυτό το είδος.
Όταν γράφεις για την κόρη σου, το ύφος σου αλλάζει. Πόσο ρόλο παίζουν στη ζωή μας τα παιδιά; Τι μπορούμε να τους δώσουμε σήμερα;
Από τότε που απέκτησα το πρώτο μου παιδί νοηματοδοτείται η ύπαρξή μου μέσα από τα παιδιά μου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Όμως δεν έχω επιτρέψει, ώς τώρα, να με αφομοιώσει η μητρότητα, να με ευνουχίσει ως γυναίκα, όπως συνήθως συμβαίνει σε χώρες όπου ο συντηρητισμός είναι μείζον στοιχείο της κυρίαρχης νοοτροπίας. Το ζήτημα είναι να είμαι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος πλάι στα παιδιά μου. Και μ’αυτό τον τρόπο ευελπιστώ να μην τα πνίξω με την αγάπη μου αλλά και να μην τους την στερήσω.
Να είσαι γυναίκα… To be a woman… Η προσέγγισή σου είναι ιδιαίτερη. Τι είναι να είσαι γυναίκα και να μεγαλώνεις στην Ελλάδα;
Υπάρχει μια υπόρρητη θεματική ενότητα στα Φώτα στο βάθος που αφορά τη Γυναίκα, όπως βιώνω το φύλο, αλλά και όπως έχει καταγραφεί μέσα μου με μνήμες κι αναπαραστάσεις από τις γερόντισσες της ορεινής ελληνικής επαρχίας ως τις ηλικιωμένες ποδηλάτισσες στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου έζησα και περιηγήθηκα, κι από τις πολιτικές κρατούμενες στην τέχνη και την Ιστορία ως τα φρικιά στις παραλίες των γυμνιστών και στις διαδηλώσεις. Ασφυκτιώ στην Ελλάδα, όπως κάθε γυναίκα που έτυχε να ζήσει σε χώρες που τα κεκτημένα του φεμινιστικού κινήματος είναι ευρύτερα. Το φάσμα της καταπίεσης εκτείνεται από το δημόσιο θηλασμό, ώς το να είσαι ηλικιωμένη και να πίνεις ένα ποτάκι σε ένα μπαρ, όπως μία φιγούρα στο Για τη γυναίκα, το γήρας και το γαμώτο στο βιβλίο μου, κι ώς το να δηλώνεις τη σεξουαλική σου απελευθέρωση και την ελευθεριακότητά σου στον έρωτα.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Βιβλιοκριτική από τον Στρατή Μπουρνάζο για "Τα φώτα στο βάθος" >> Αναγνώσεις της Αυγής

Ο τίτλος και ο υπότιτλος μας εισάγουν κατευθείαν στην ατμόσφαιρα του τόμου: τόσο η εικόνα των φώτων που αχνοφέγγουν (ή τρεμοσβήνουν) στο βάθος, όσο και ο προσδιορισμός «μικρού μήκους» μας υποβάλλουν μια αίσθηση κινηματογραφική. Αίσθηση η οποία επιβεβαιώνεται και από τα κείμενα: τα κοντινά πλάνα, οι ανόμοιες επιταχύνσεις της αφήγησης, οι εικόνες και τα χρώματα, οι «προσωπογραφίες» και οι «τοπιογραφίες» συντείνουν σε αυτήν.
Τα κείμενα του τόμου θα μπορούσαμε να τα πούμε «διηγήματα». Δεν ξέρω όμως αν αυτός -ο γραμματολογικά ακριβής- χαρακτηρισμός μας βοηθάει να συλλάβουμε τα ουσιώδη γνωρίσματα της γραφής της Niemands Rose. Πολύ πιο διαφωτιστικός, για να τα αντιληφθούμε είναι, πιστεύω, ο χαρακτηρισμός του Φοίβου Παναγιωτίδη (στην κριτική του για Τα φώτα στο βάθος, στοwww.bookpress.gr): "αυτομυθογραφίες ή αυτομυθοπλασίες" σε όλα τα κείμενα που συνθέτουν το βιβλίο υπάρχει αυτοαναφορικό έναυσμα». «Αυτομυθογραφίες», λοιπόν, και όχι αυτοβιογραφίες, αφού το αυτοαναφορικό έναυσμα δεν συνδέεται υποχρεωτικά με πραγματικά περιστατικά του βίου, αλλά μπορεί να απλώνεται σε γεγονότα και πράγματα που δεν ζήσαμε ποτέ, κι όμως μας είναι πιο πραγματικά, πιο οικεία και πιο δικά μας από τα δικά μας. Και αν πρέπει να διακρίνω, κατ' ανάγκην επιγραμματικά, μερικά από τα γνωρίσματα αυτών των «αυτομυθοπλασιών» θα διάλεγα τη δύναμη της εικόνας, τη λαϊκότητα, το μαύρο χιούμορ, το πάθος και τα πάθη, την αγάπη για το σκοτεινό και το μη κανονικό - ένα «αγγελικό και μαύρο φως» διαχέεται και φωτίζει όλα τα κείμενα του τόμου.
H Niemands Rose είναι μια από τις πιο γνωστές και καλές μπλόγκερ (διατηρεί το μπλογκ «Του κανενός το ρόδο»). Ο τόμος αυτός συνιστά, κατά τη γνώμη μου, ένα επιτυχημένο άλμα. Δεν το λέω επειδή πιστεύω ότι το χαρτί υπερέχει της οθόνης ούτε από κάποιον φετιχισμό του χαρτιού ή του βιβλίου – κάθε άλλο. Αλλά επειδή διαβάζοντάς τώρα όλα μαζί τα κείμενα, παλιά και νεότερα, μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι αντέχουν στον χρόνο (κάποια μετράνε ήδη μια πενταετία ζωής), τις λογοτεχνικές τους αρετές, να τοποθετήσει ως κομμάτια μιας δυνάμει ενιαίας αφήγησης. Και νομίζω ότι «Τα δώρα που σπάνε» ή τον «Επικήδειο αντίλογο» θα τα ζήλευαν αρκετοί λογοτέχνες. Όπως και την τελευταία περίοδο τελευταίες από το «Κυνήγι», με τη νεκρή κοπέλα στον πάγκο του νεκροτομείου: «Την ίδια στιγμή, ο τραυματιοφορέας, βαριεστημένος από τις έξαλλες φλυαρίες του καθηγητή, ένιωσε ένα γουργουρητό στο στομάχι του. Καθώς στεκόταν πάνω από το πτώμα, άρχισε να ξετυλίγει, ατάραχος και βλοσυρός, μέσα από αλουμινόχαρτο ένα σάντουιτς. Δάγκωσε λαίμαργα την πρώτη μπουκιά. Κάποια ψίχουλα έπεσαν στο άψυχο σώμα. Απ' το ανοιχτό παράθυρο όρμησε ένα σπουργιτάκι. Η ομορφιά που είχε μέσα της άρχισε να χύνεται στα φθαρμένα μωσαϊκά του νεκροτομείου, αλλά όλοι κυνηγούσαν αλλόφρονες να διώξουν το σπουργίτι» (σ. 31).
***
«Η φιλοδοξία του δεν ήταν να βγάζει ωραίες φωτογραφίες, αλλά μέσα από τις φωτογραφίες να γνωρίσει τη ζωή», είχε πει ο φωτογράφος και κριτικός Τζων Σαρκόφσκι για τον μεγάλο φωτογράφο Γκάρυ Βίνογκραντ. Θα έλεγα, λοιπόν, αντίστοιχα, ότι φιλοδοξία της Νίμαντς δεν ήταν να γράψει ωραία κείμενα, αλλά, μέσα από αυτά, να γνωρίσει τη ζωή και τους ανθρώπους, τον ψυχισμό και τα πάθη τους. Και, κάνοντάς το, μας χάρισε ωραία κείμενα.


Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Συνέντευξη στο dete.gr με αφορμή τη βιβλιοπαρουσίαση στην Πάτρα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ BLOGGER NIEMANDS ROSE ΣΤΟ DETE.GR
με αφορμή της παρουσίαση του βιβλίου της «Τα φώτα στο βάθος», που Θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 7 Δεκεμβρίου στις 5 το απόγευμα, στο bar Πολυχώρο ghetto (Ευμήλου 8) από την ομάδα πολιτισμού AREA 51.


Γιατί επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε ψευδώνυμο; Είναι «αξιοποίηση» της ανωνυμίας που προσφέρει το διαδίκτυο, ή επιλογή ταυτότητας, με ότι αυτό δηλώνει; Και γιατί Niemands Rose;
Η ψευδωνυμία στο Διαδίκτυο είναι ο κανόνας. Και κατά τη γνώμη μου καλά κάνει. Χρειαζόμαστε κάπου-κάπου να απεκδυόμαστε την καθωσπρέπει ταυτότητά μας και να απολαμβάνουμε μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, χωρίς ταμπού και μετριοπαθείς, στρογγυλεμένες πολιτικές θέσεις. Την ίδια στιγμή η ψευδωνυμία παρέχει κάποιου είδους προστασία από τους λεγόμενους κακόβουλους χρήστες.


Με την «έκρηξη» των blogs, δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι κάθε μπλόγκερ, μπορεί να είναι και ένας εν δυνάμει συγγραφέας. Αυτή η υπερπροσφορά κειμένων, αποδεικνύεται ευλογία, ή κατάρα;
Πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ερώτηση. Έχω την αίσθηση πως είμαστε λιγάκι γραφομανείς ως λαός. Και με αυτή την έννοια η μόδα της πάλαι ποτέ μπλογκόσφαιρας κέντρισε αυτό το χαρακτηριστικό, που βέβαια ατόνησε όταν οι επίδοξοι γραφιάδες ανακάλυψαν τα άλλα social media. Δεν βλέπω καθόλου ως πρόβλημα, το αντίθετο μάλιστα, το να έχουμε και οι ενήλικες μια... δημιουργική απασχόληση. Το πρόβλημα ξεκινάει από το έλλειμμα αυτεπίγνωσης με ότι αυτό συνεπάγεται.


Το βιβλίο σας περιλαμβάνει 38 μικρά, ή μεγαλύτερα κείμενα, 38 αφηγήσεις μικρού μήκους, όπως τις έχετε ονομάσει. Υπάρχει κοινός παρανομαστής , ή θεματολογία ;
Οι αφηγήσεις διατρέχονται από έναν νοητό άξονα και χωρίζονται σε θεματικές ενότητες, που όμως δε θέλησα να τιτλοφορήσω ή να τις κάνω διακριτές μέσα στη συλλογή. Υπάρχουν για παράδειγμα διηγήματα που εκτυλίσσονται σε διάφορα μέρη του κόσμου, άλλα που διαδραματίζονται εντός συνόρων, υπάρχουν αφηγήσεις στη συνέχεια που έχουν ως θέμα τη Γυναίκα και άλλα την ψυχική υγεία, ενώ δε λείπουν και τα αυτοβιογραφικά με μία δόση χρονογραφήματος.

Στα κείμενά σας συναντούμε πολλές φορές σκληρές αναφορές και δυναμικές τοποθετήσεις για την εποχή μας. Το ίδιο και σε κείμενα δεκάδων άλλων συγγραφέων, ή μπλόγκερ. Γιατί όμως όλα τα κείμενα και όλες οι τοποθετήσεις, δεν καταφέρνουν - μέχρι στιγμής - να ανατινάξουν την αδράνειά μας;
Κάτι κινείται, κάτι γίνεται. Διαμορφώνονται νέες τάσεις στο δημόσιο διάλογο. Όλα αυτά τα πράγματα χρειάζονται χρόνο για να παράγουν ένα απτό αποτέλεσμα και για να κριθούν. Τελούμε σε ένα ιδιότυπο και πρωτόγνωρο καθεστώς βομβαρδισμού πληροφοριών, ραγδαίων μεταβολών στην πραγματικότητά μας, φόβου, απόγνωσης, κατάθλιψης, αδυναμίας και εντέλει σοκ. Μέσα στον ορυμαγδό κατακερματίζονται οι φωνές μας, αλλά τελικά θέλω να πιστεύω πως τίποτα δεν πάει χαμένο.

"Τα φώτα στο βάθος" στην Πάτρα, το Σάββατο 7 Δεκέμβρη

Η ΟΜΑΔΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ AREA 51,
ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ DISCOVER, 
ΣΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ 
ΤΩΝ ΑΦΗΓΗΣΕΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ ΤΗΣ

NIEMANDS ROSE | τα φώτα στο βάθος

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ, 7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013, ΣΤΙΣ 5 μ.μ. 
ΣΤΟ BAR - ΠΟΛΥΧΩΡΟ GHETTO (ΕΥΜΗΛΟΥ 8)

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΙΟΥΛΟΣ, συγγραφέας, ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΛΑΧΟΣ, μέλος ΔΣ του Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Πατρέων και EΛΕΝΑ ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΟΥ, blogger Missy Merida, via Skype


Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

#book_encounters: Για τις παρουσιάσεις βιβλίων

Η πρώτη φορά που βρέθηκα σε βιβλιοπαρουσίαση ήταν συμπτωματικά λίγο καιρό αφού είχε εγκριθεί η έκδοση του βιβλίου μου, δηλαδή αρχές Απρίλη, όταν παρουσίαζε ο αγαπημένος μου Άρης Μαραγκόπουλος το καινούργιο του βιβλίο, το «Χαστουκόδεντρο». Έβαλα στην τσάντα μου λοιπόν το αντίτυπο που είχα ήδη αγοράσει και διαβάσει και ξεκίνησα για την πλατεία Συντάγματος, όπου θα γινόταν η παρουσίαση σε βιβλοπωλείο της περιοχής. Το πάνελ αποτελούσαν ο Βασίλης Βασιλικός, ο Μάνος Στεφανίδης και ο Μαραγκόπουλος. Τριγύρω υπήρχαν γιγαντοαφίσσες από το εξώφυλλο του βιβλίου, ενώ στο τραπέζι των ομιλητών βρίσκονταν στίβες με αντίτυπα του Χαστουκόδεντρου. Το πολυπληθές κοινό είχε καταλάβει όλες τις διαθέσιμες καρέκλες ενώ πολλοί ήμαστε όρθιοι. Διαισθανόμουν όμως πως δεν επρόκειτο για μια τυπική βιβλιοπαρουσίαση, αν και αμάθητη σε τέτοια ηβέντς. Το γραμμόφωνο και το βινύλιο δεν άφηνε πολλά περιθώριο για παρανόηση. Βρισκόμουν πράγματι σε μία αντισυμβατική παρουσίαση.

Ήταν, επαναλαμβάνω, η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε παρουσίαση βιβλίου, γεγονός μάλλον παράδοξο για κάποια που σε λίγες βδομάδες θα έκανε το ντεμπούτο της ως συγγραφέας η ίδια. Αναδρομικά, προσπαθώντας να εξηγήσω πώς αν και βιβλιόφιλη η ίδια δεν έτυχε να βρεθώ ποτέ πριν σε βιβλιοπαρουσίαση ανέτρεξα αρχικά στην προσωπική μου διαδρομή. Ως τα δεκαοχτώ μου ζούσα στο Ηράκλειο Κρήτης, που οι παρουσιάσεις βιβλίων, ακόμα και όταν συνέβαιναν πολύ σπανίως δεν αφορούσαν την εφηβεία μου. Αργότερα, που βρέθηκα ως φοιτήτρια στην Αθήνα, και μολονότι συνέχισα να διαβάζω μανιωδώς, είχα πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω από το να τρέχω σε βιβλιοπαρουσιάσεις. Κι έπειτα, όταν πια βρέθηκα να κατοικώ στο Λονδίνο, η φυσική απόσταση από τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα δε θα μου επέτρεπε τη συμμετοχή σε ανάλογες εκδηλώσεις. Όμως, εικάζω εκ των υστέρων, πως ακόμη κι αν κατοικούσα στην Αθήνα αμετακίνητη όλη μου τη ζωή, πολύ αμφιβάλλω πως οι βιβλιοπαρουσιάσεις θα ήταν κάτι που θα αναζητούσα. Κι αυτό γιατί η εντύπωση που είχα σχηματίσει για το συγκεκριμένο είδος εκδηλώσεων δεν ήταν καθόλου θελκτική.

Υπέθετα πως πρόκειται συνήθως για μια αποστειρωμένη διαδικασία, που κινείται σε ένα διεκπεραιωτικό και τυποποιημένο μοτίβο προώθησης του βιβλίου ως καταναλωτικό προϊόν, που χαρακτηρίζεται από ένα κομιλφό πνεύμα επικουρούμενο από κολακείες και εγκώμια μεταξύ όσων συμμετέχουν και που αναπαράγεται ανέμπνευστα σε περιχαρακωμένους λογοτεχνικούς κύκλους.

Ο θεσμός των βιβλιοπαρουσιάσεων φαίνεται να ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στο βιβλιοχαρτοπωλείο «Βιβλιοαγορά» στην Αθήνα, με πρωτοβουλία της Ουρανίας Μεταλληνού, που δημιούργησε αργότερα το εμβληματικό βιβλιοπωλείο «Πλους» στην Κέρκυρα, και του Μανώλη Αρχοντάκη, συγγραφέα. Με τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία και τις άοκνες προσπάθειες που ακολούθησαν, οι δύο αυτοί άνθρωποι θέλησαν, όπως μαθαίνουμε από τον Δημοσθένη Καλάκο, γιο της Ουρανίας η οποία δεν ζει πια και σημερινό ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου, να φέρουν τον λογοτέχνη σε επαφή με το κοινό του, να δημιουργήσουν ένα κλίμα εγγύτητας μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη, να κάνουν την τέχνη πιο προσιτή στον κόσμο, να προσδώσουν μια πιο ανθρώπινη διάσταση στο βιβλίο.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι να μείνουμε πιστοί στο όραμα των πρωτεργατών, έτσι όπως το φαντάζεται, όπως το εκλαμβάνει ο καθένας, χωρίς στεγανά
, χωρίς να χρειάζεται να απολογείται κανείς σε κανέναν. Ας πραγματοποιεί κάποιος συμβατικές βιβλιοπαρουσιάσεις ακολουθώντας την πεπατημένη, αν αυτό τον ευχαριστεί, αν σε αυτό το πλαίσιο νιώθει ασφαλής. Κι ας πραγματοποιεί όμως αντίστοιχα κάποιος βιβλιοπαρουσιάσεις που καταργούν τα κλισέ. Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο παραμένει αλλού, να κοιταζόμαστε στα μάτια.

(Γραμμένο για το ένθετο της εφημερίδας ΚΟΣΜΟΣ, 22/11/2013)

Βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" -Γιώργος Γλυκοφρύδης (Literature.gr)

Το Amsterdam, θα είναι πάντα αυτό που έχει μείνει να είναι. Μία ακραία γοητευτική πόλη ειδικά για νέους ανθρώπους είτε στην ηλικία είτε στο μυαλό.
Πόσο μάλλον και στα δύο. Ανοικτή σε ζωές που για την Αθήνα, ας πούμε, είναι πέραν κάθε φαντασίας, εξαιρώντας πιθανόν κάποιες συνοικίες της. Τα Εξάρχεια, ας πούμε.
Τέτοιες ζωές, του κανενός το Ρόδο, τις αφηγείται σε διηγήματα, κοφτά και ανελέητα, μία προς μία. Άλλη ζωή σ ένα διήγημα τεσσάρων σελίδων, άλλη ζωή σ ένα άλλο διήγημα επίσης τεσσάρων σελίδων, ή και μικρότερο. Ολοκληρωμένες μικρές σκηνές που όμως ότι είναι να πουν το λένε.
Κάποια συνθήματα με μαύρο σπρέυ σε τοίχους της Αθήνας το καταφέρνουν αυτό. Να αφηγηθούν ζωές ολόκληρες σε μία φράση. Πανέξυπνα, εύστοχα ως τηλεσκοπικά σκόπευτρα νυχτερινής όρασης, με οικονομία λόγου άνευ προηγουμένου, αφηγούνται τις ζωές που είναι ν αφηγηθούν χωρίς να τα απασχολεί διόλου αν θα συμφωνήσεις ή αν θα διαφωνήσεις. Αν προσπαθήσεις να φανταστείς το ψευδώνυμο εκείνου που το έγραψε, το Niemands Rose ταιριάζει απόλυτα. Αν προσπαθήσεις να φανταστείς τον ίδιο, κι εμφανιστεί ένα κορίτσι και σου συστηθεί ως “Του κανενός το Ρόδο” χωρίς να σου αποκαλύψει το όνομά του, θα δεις τα πάντα να ταιριάζουν δουλεμένα γρανάζια. Αυθεντικότητα το λέμε αυτό. Και λείπει όσο τίποτε στους χαλεπούς καιρούς μας. Κι αυτό είναι τα διηγήματα της Niemands Rose. Κι αυτές οι ζωές που αφηγούνται. Και άρα σ όποιον αρέσουν. Το αυθεντικό ουδέποτε είχε ανάγκη ή θέληση αιτιολόγησης. Αυτό μας έλειπε, δα.
Επιστρέφουμε στο Amsterdam. Εκεί ξεκινούν οι αφηγήσεις των ζωών.
Αυτός που ζούσε σε πλωτό σπίτι στο ποτάμι. Και γιατί ζούσε εκεί. Γιατί την επιλογή αυτή. Γιατί τόση γοητεία μιας τέτοιας επιλογής. Γενικά, πολλοί ζουν σε πλωτά σπίτια στο Amsterdam. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι δολοφόνοι της αγαπημένης τους.
Αυτός ο καθιστός νέος τύπος που μάζευε τα νομίσματα στην άκρη του δρόμου στο πεζοδρόμιο και που στην πίσω τσέπη του τζιν του μάλλον είχε ένα κερδοφόρο λαχείο αλλά ποιος να ψάχνεται τώρα στις τσέπες. Εδώ είναι να μαζευτούν τόσα νομίσματα.
Η κάμερα της αφήγησης πάντα σε υποκειμενικό του ήρωα. Η ζωή προκύπτει από την αφήγηση, όχι από την εικόνα. Τα πλάνα του κάθε διηγήματος, υποκειμενικά. Ή, δίπλα, κολλητά στον ήρωα. Κοντινά, όμως, πάντα. Και μέσα από την ψυχή.
Τα διηγήματα της Niemands Rose την γλώσσα δεν την έχουν ανάγκη. Κατεβαίνει τόσο μέχρι που γίνεται και σχόλιο μέσου κοινωνικής δικτύωσης. Α, καθόλου δεν μας νοιάζει. Ότι είναι να πούμε το λέμε. Άμα είναι να την φας την μολότοφ, αν φοβηθείς, φύγε πίσω και κλώτσα την άτσαλα. (Αν σου βαστάει.) Αν δεν φοβηθείς, εντάξει, μην την αγγίξεις, αλλά κάτσε να θαυμάσεις την φωτιά.
Οι αφηγήσεις μικρού μήκους της Niemands Rose είναι σαν να είναι χωρισμένες ενώ δεν είναι. Σαν να είναι κατηγοριοποιημένες ενώ δεν είναι.
Σαν οι πρώτες δέκα αν όχι παραπάνω να είναι πιο βαθιά βλέμματα, πιο ρομαντικά, πιο συναισθηματικά υπό μία έννοια.
Αργότερα, γίνονται επικριτικές, αποκτούν πολιτική χροιά θα μπορούσε να πει κάποιος, μέχρι που φτάνουν στην καθαρή επίθεση. Μου θύμιζαν οργισμένους διαδηλωτές κάποιες από αυτές. Ιδίως προς το τέλος.
Όλες διατηρούν βασικό στοιχείο του διηγήματος, την έκπληξη. Σχετικά όχι προβλεπόμενη. Ή και καθόλου.
Όσο προχωρά το βιβλίο οι αφηγήσεις γίνονται ασπρόμαυρο ρεπορτάζ της Αθήνας σε βαθιά κρίση όλων των επιπέδων. Όπως είναι δηλαδή. Ο αφηγητής, του κανενός το Ρόδο, γίνεται θυμωμένος πολύ. Πετά κατηγορώ χωρίς πολλά πολλά. Αυτό, μπορεί να μην αρέσει σε όλους τους αναγνώστες. Αλλά το είπα ήδη πριν: Το αυθεντικό δεν κοιτά ν’ αρέσει. Απλά είναι αυθεντικό.
Τελικά, μένει ξανά η κάμερα της έναρξης. Με “τα φώτα στο βάθος”. Ο τίτλος δεν είναι διόλου τυχαίος. Όπως και οι τίτλοι όλων των διηγημάτων. Κάποιοι, δε, τόσο εμβληματικοί, όπως βέβαια και το διήγημα που τους ακολουθεί, που θύμιζαν αφίσα αναγγελίας σοβαρών ταραχών με φωτογραφίες με μόνο τα μάτια να φαίνονται. Το πρόσωπο κρυμμένο από μαντήλια.
Το punk, ουδέποτε είχε ή θέλησε να έχει ή το ενδιέφερε να έχει “κριτικές” ή οτιδήποτε άλλο σχετικό. Δεν είμαι κριτικός καταρχήν, δεν κάνω τέτοιο πράγμα, δεν γνωρίζω να κάνω κριτική. Γράφω για ότι θελήσω για όποιον λόγο να μιλήσω δημόσια γι’ αυτό. Κι αυτό που μου άρεσε πολύ σ αυτό το βιβλίο, ήταν ότι μ’ εκνεύριζε συχνότατα όπως μ’ εκνευρίζουν οι ατέρμονες επαναστάσεις. Ή όσες δεν κατανοώ εγώ, όπως και να έχει, αλλά συχνά το έβλεπα να σκύβει στον εαυτό του.
Και ιδίως στην έναρξη με γοήτευσε αφάνταστα.
Φαντάστηκα τις ζωές που περιέγραφε και τους ανθρώπους που περιέγραφε σε αυτές, μετά, να γίνονται θυμωμένοι διεκδικητές. Με κάθε τρόπο. Για όσα τους πήραν.
Το punk, ουδέποτε είχε διαφορά. Του κανενός το Ρόδο.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" από τον Γιώργο Χλωρό στο Wild Thing

Niemands Rose, «Τα φώτα στο βάθος», (Εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ). Ημερ. κυκλ. 05/2013. Ελληνική λογοτεχνία, Διηγήματα, Σελ. 124, Paperback, Tιμή: 10€

«Το όνομά μου μοιάζει του πελάγου. Αλλά κανείς δε με λέει έτσι. Συστήνομαι με το υποκοριστικό. Δίκαιο. Αφού πνίγομαι στη στεριά. Και η θάλασσα, όπως και η ομορφιά του κόσμου, με γονατίζουν.» (από Τα φώτα στο βάθος, σελ. 97 στο διήγημα «Θα μεταβάλω με νερό θαλασσινό»)

Το βιβλίο Τα φώτα στο βάθος της Niemands Rose είναι ένα από τα best seller του 2013 κατά έναν αναπάντεχο αλλά τελικά ευκόλως εξηγήσιμο τρόπο. Και πάνω από όλα δίκαιο. Αποτελεί την πρώτη έκδοση της συγκεκριμένης συγγραφέως και σηματοδοτεί το πέρασμα της από το χώρο του μπλογκαρίσματος στο χώρο του έντυπου συγγραφικού έργου. Δεν είναι νέα συγγραφέας η Niemands καθώς τα περισσότερα από τα μικρά διηγήματα της (ή όπως η ίδια τα αποκαλεί «αφηγήσεις μικρού μήκους») είχαν εμφανιστεί στο ομώνυμο και δημοφιλές blog της τα τελευταία χρόνια: http://niemandsrose-niemandsrose.blogspot.gr/. Αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο, που βρίσκεται ήδη αισίως στην τρίτη επανέκδοσή του και πάει φούλ για τέταρτη μέσα σε τρεις μήνες, είναι η πρώτη προσπάθειά της να «μεγαλώσει και να γίνει full time troll και συγγραφέας» όπως δηλώνει.
Μια σαρανταριά μικρές αφηγήσεις, αλλού με βιωματικό τρόπο, αλλού μιλώντας για τον κοντινό της περίγυρο, αλλά πάντα προσεγγίζοντας κοινωνικά ζητήματα μέσα από ένα υποκειμενικό – και γι' αυτό πιο ειλικρινές –  πρίσμα με αρκετά διεισδυτική οπτική, δοσμένα μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες, καθημερινών ανθρώπων στην μεγάλη τους πλειοψηφία. Κοινωνική κριτική με καυστικό ύφος, σάτιρα και ενίοτε πικρόχολη διάθεση. Εξάλλου ο ίδιος ο Ένγκελς έλεγε κάποτε ότι είναι καλύτερα ένας συγγραφέας να μην προσεγγίζει τα κοινωνικά ζητήματα με έναν άμεσα πολιτικό τρόπο αλλά να τα αναδεικνύει μέσα από τις καθημερινές ιστορίες των ηρώων του.
Το ύφος γραφής της Niemands έρχεται από το παρόν (και το μέλλον;) μιας νέας γενιάς συγγραφέων που διαμορφώθηκαν μέσα στην blog-όσφαιρα και χρησιμοποιεί μερικά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα, ανάμεσα στα οποία είναι η έξυπνη λεξιπλασία, τα εύστοχα ευφυολογήματα, η αλληγορία και ο συμβολισμός. Πολλές φορές χρησιμοποιεί το σασπένς και την ολική ανατροπή στο τέλος της κάθε μικρής ιστορίας.
Από την αποδοχή και μόνο του, το βιβλίο αποτελεί ένα φαινόμενο καθώς νομίζω ότι είναι το πρώτο από τον χώρο των bloggers που χτυπά στα ίσα σε εμπορική επιτυχία  τους... – ας το πούμε συμβατικά – «κανονικούς συγγραφείς». Σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης αυτό είναι το ώριμο τέκνο της ανάγκης άλλωστε. Η εποχή μας άλλωστε είναι άρνηση της αμέσως προηγούμενης. Η προηγούμενη περίοδος, που χονδρικά ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '80 με την χρηματιστηριακή οικονομική φούσκα, το τέλος των «μεγάλων αφηγήσεων» (κατά πολλούς το τέλος της ίδιας της ιστορίας), την στροφή στον νεοφιλελεύθερο εκσυγχρονισμό, δημιούργησε ένα νέο στρώμα διανοουμένων στην ελληνική κοινωνία που βασικό χαρακτηριστικό της δεν ήταν μόνο η αντικατάσταση των «μεγάλων αφηγήσεων» από τις μικρές, όσο ότι βασικό υπόβαθρο σε αυτές τις «μικρές αφηγήσεις» τους ήταν η εγωπάθεια, η ομφαλοσκόπηση, η επίδειξη ύφους, η κενότητα μιας κοινωνίας - ή για την ακρίβεια ενός προνομιούχου νεο-αναδεικνυόμενου μικρομεσαίου στρώματος - που έχοντας λύσει τα βασικά προς το ζην προβλήματά του, μπορούσε ανέξοδα να ζει μέσα στη γυάλα του και να παρατηρεί τον κόσμο με ύφος χλευαστικό κι αυτάρεσκο. Ήταν η εποχή που «έληγε η αμφισβήτηση και αποφανατίζονταν οι επαναστάτες» – για να δανειστούμε τη ρήση του ποιητή – και ο χλευασμός απέναντι σε κάθε έναν που διαμαρτυρόταν ήταν η νόρμα (στην καλύτερη περίπτωση οι διανοούμενοι αυτοί τον αντιμετώπιζαν ως γραφικό).
Στις μέρες μας, συνεχίζουμε να βρισκόμαστε ακόμη στην μορφή των «μικρών αφηγήσεων». Όμως αυτές πλέον, μετά τη γενικευμένη κρίση και τη συνακόλουθη κατάρρευση των υλικών όρων της ξεγνοιασιάς, αλλά κυρίως μετά την επανεμφάνιση της κοινωνικής διαμαρτυρίας και εξέγερσης ως καθημερινό πρόταγμα, οδήγησαν το στρώμα αυτό των διανοούμενων να μετατραπεί σε οργανικό απολογητή του καταρρέοντος συστήματος. Το μόνο που κρατά από τη γλώσσα του παρελθόντος είναι η κυνικότητα με ύφος χιλίων καρδιναλίων με την οποία αντιμετωπίζουν πλέον την αγωνία και την μάχη για επιβίωση των απλών ανθρώπων, των οποίων μέχρι χθες υποτίθεται ότι υμνούσαν τα σώψυχα.
Η Niemands Rose και Τα φώτα στο βάθος είναι στον αντίποδα των παραπάνω και αποτελεί την άρνηση σε αυτούς. Είναι το νέο είδος διανοούμενου, στο πλευρό και όχι εναντίον των ταπεινών και καταφρονεμένων. Δεν είναι άσχετο αυτό με το γεγονός ότι η νέα γενιά διανοουμένων, σε αντίθεση με την αμέσως προηγούμενη, προλεταριοποιείται βιαίως. Γράφει χαρακτηριστικά ή ίδια στο «Κυριακές γκραν γκινιόλ» περιγράφοντας αυτή την μεταστροφή:
«...Τις Κυριακές, στο κέντρο μιας πόλης κατάστικτης με τατού στα ντουβάρια, ή στις εξοχές και τις θάλασσες, αγοράζαμε εφημερίδες. Τυλιγμένες σε σελοφάν. Τις αδειάζαμε από τα περιττά, από διαφημιστικά φυλλάδια και σομόν οικονομικά ένθετα. Η ζωή κυλούσε χωρίς οικονομικούς δείκτες, χωρίς γραφήματα των τιμών του χρυσού και του πετρελαίου, χωρίς τους ολοσέλιδους πίνακες με τις τιμές των μετοχών. Κυλούσε χωρίς να λέμε: CDS, PSI, spreads, χρηματοπιστωτική κρίση, ύφεση, χρεωκοπία, περικοπές, στάση πληρωμών, εργασιακή εφεδρεία, επιτόκια δανεισμού. Κυλούσε χωρίς μνημόνιο, μεσοπρόθεσμο και πολυνομοσχέδιο. Χωρίς ΔΝΤ, Eurogroup και τρόικα. Οι φυλλάδες της οικονομίας αδιάβαστες προορίζονταν για ανακύκλωση ή για καθάρισμα τζαμαρίας.
Και μετά οι όροι ξεχύθηκαν από τις φυλλάδες, ανακυκλώνονταν στα χείλη μας, βρώμιζαν τα στόματά μας. Και μετά τα παράθυρα θόλωσαν. Πύκνωσαν οι ανάσες στα σπίτια μας. Μέναμε μέσα όλο και πιο συχνά. Ακούγαμε όλο και πιο αμίλητοι τις τηλεπερσόνες να μας κατακεραυνώνουν με μια γλώσσα αυταρχική, γεμάτη δυσνόητους οικονομικούς όρους, εκβιαστικά διλήμματα και φασίζοντα ορθολογισμό. Ζαρώναμε όλο και πιο φοβισμένοι στα καθιστικά. Βουλιάζαμε όλο και βαθύτερα στον ιδιωτικό βίο. Παραδίδαμε το συρρικνωμένο ελεύθερο χρόνο μας σε οθόνες, μιας ψευτοσυμμετοχής στα εν δήμω μέσα απ' τα social media ή μιας παθητικής ενημέρωσης από μισθωμένα φερέφωνα. Ξεφυλλίζαμε πια με αγωνία τα οικονομικά ένθετα, σαν χρησμό.» (Τα φώτα στο βάθος, σελ. 163)
Η Niemands, συνεχίζοντας να στέκει πάνω στο έδαφος των «μικρών αφηγήσεων», κάνει ένα κολάζ από αυτά, όπως όταν ξεκίναγε η πανκ σκηνή. Οι δημιουργοί των αφισών των συναυλιών έκαναν το ίδιο με όλα τα κοινωνικά ζητήματα: τη φτώχεια, το ρατσισμό, τη σχέση των δύο φύλων, κ.λπ. Τα θέματα αυτά τα πραγματεύεται η Niemands ως μικρές αφηγήσεις, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος παρατηρεί όλα τα μικρά ρυάκια και τον τρόπο που συγκλίνουν προς τον μεγάλο ποταμό:
«...Καλοκαίρι. Καθώς χαράζει στο Άμστερνταμ, ένα πτώμα ξεβράζεται στις όχθες του ποταμού. Ένας Βραζιλιάνος μετανάστης πέφτει νεκρός από τις σφαίρες της βρετανικής αστυνομίας. Η μέρα προχωράει. Καύσωνας και οχλαγωγία.
Μια ομάδα ακτιβιστών εισβάλλει σε κάποια πλαζ επιβάλλοντας ενός λεπτού σιγή. Σουρουπώνει. Από τον ορό του γέροντα, που δεν περιμένει επισκεπτήριο, στάζει στάλα στάλα η μοναξιά.
Τη νύχτα, στη νότια Κρήτη, μια μαμά με το μωρό στην αγκαλιά προσπαθεί να διακρίνει τα φώτα της Λιβύης στο βάθος του ορίζοντα. Χειμωνιάζει, ένα χαλίκι θα σφηνώσει στους αρμούς του παπουτσιού της και θα βρει τη θέση του ανάμεσα σε μια συλλογή από βότσαλα.
Μία κυρία συλλαμβάνεται από τους σεκιουριτάδες ενός πολυκαταστήματος στο γιορτινό Δουβλίνο, καθώς κλέβει μια κασετίνα, ενώ ο υπερτυχερός ενός λαχείου κρεμάει την ταμπέλα hunger στο Στραντ της μητρόπολης. Μια φανταστική πόλη μετατρέπει το χριστουγεννιάτικο κλίμα φιλανθρωπίας σε εξέγερση. Παρήλθαν αργίες μπελ επόκ. Ζωντανεύουν οι πολαρόιντ.
Χορεύουν σε παραπήγματα στην εξοχή της Πρωτομαγιάς, στο χώμα το νωπό στην ύπαιθρο της Καθαρής Δευτέρας, με φόντο συρματοπλέγματα σ' ένα χωράφι της Ανάστασης, σε κάποια σαλοτραπεζαρία της Πρωτοχρονιάς, σε χορό εργαζομένων της Απόκριας. Η Ελπίδα, η μάνα του νάνου, χορεύει στην αυλή του χαμόσπιτου.
Ξημερώνει Κυριακή γκραν γκινιόλ.»
Θα μπορέσει η ίδια να αποτελέσει τον προπομπό ενός νέου κύματος αμφισβήτησης στον χώρο της λογοτεχνίας; Θα αποτελέσει το ύφος της ένα νέο είδος λογοτεχνίας; Η ίδια σε μια πρόσφατη συνέντευξη της, όταν ρωτήθηκε ποιοι είναι οι αγαπημένοι της συγγραφείς, απάντησε με ελικρίνεια «αυτοί του μέλλοντος».

Μένει να αποδειχτεί αν θα βρει μιμητές. Όχι τόσο στον τρόπο γραφής – σίγουρα υπάρχουν και άλλοι στη blog-όσφαιρα – αλλά στο θάρρος και το θράσος που χρειάζεται για να εκδώσουν τις μικρού μήκους αφηγήσεις τους. Η εποχή είναι ευνοϊκή για αυτό.

#book_encounters: Η Niemands Rose για τις βιβλιοπαρουσιάσεις (ένθετο εφημερίδας ΚΟΣΜΟΣ)

Η πρώτη φορά που βρέθηκα σε βιβλιοπαρουσίαση ήταν συμπτωματικά λίγο καιρό αφού είχε εγκριθεί η έκδοση του βιβλίου μου, δηλαδή αρχές Απρίλη, όταν παρουσίαζε ο αγαπημένος μου Άρης Μαραγκόπουλος το καινούργιο του βιβλίο, το «Χαστουκόδεντρο». Έβαλα στην τσάντα μου λοιπόν το αντίτυπο που είχα ήδη αγοράσει και διαβάσει και ξεκίνησα για την πλατεία Συντάγματος, όπου θα γινόταν η παρουσίαση σε βιβλοπωλείο της περιοχής. Το πάνελ αποτελούσαν ο Βασίλης Βασιλικός, ο Μάνος Στεφανίδης και ο Μαραγκόπουλος. Τριγύρω υπήρχαν γιγαντοαφίσσες από το εξώφυλλο του βιβλίου, ενώ στο τραπέζι των ομιλητών βρίσκονταν στίβες με αντίτυπα του Χαστουκόδεντρου. Το πολυπληθές κοινό είχε καταλάβει όλες τις διαθέσιμες καρέκλες ενώ πολλοί ήμαστε όρθιοι. Διαισθανόμουν όμως πως δεν επρόκειτο για μια τυπική βιβλιοπαρουσίαση, αν και αμάθητη σε τέτοια ηβέντς. Το γραμμόφωνο και το βινύλιο δεν άφηνε πολλά περιθώριο για παρανόηση. Βρισκόμουν πράγματι σε μία αντισυμβατική παρουσίαση.
Ήταν, επαναλαμβάνω, η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε παρουσίαση βιβλίου, γεγονός μάλλον παράδοξο για κάποια που σε λίγες βδομάδες θα έκανε το ντεμπούτο της ως συγγραφέας η ίδια. Αναδρομικά, προσπαθώντας να εξηγήσω πώς αν και βιβλιόφιλη η ίδια δεν έτυχε να βρεθώ ποτέ πριν σε βιβλιοπαρουσίαση ανέτρεξα αρχικά στην προσωπική μου διαδρομή. Ως τα δεκαοχτώ μου ζούσα στο Ηράκλειο Κρήτης, που οι παρουσιάσεις βιβλίων, ακόμα και όταν συνέβαιναν πολύ σπανίως δεν αφορούσαν την εφηβεία μου. Αργότερα, που βρέθηκα ως φοιτήτρια στην Αθήνα, και μολονότι συνέχισα να διαβάζω μανιωδώς, είχα πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω από το να τρέχω σε βιβλιοπαρουσιάσεις. Κι έπειτα, όταν πια βρέθηκα να κατοικώ στο Λονδίνο, η φυσική απόσταση από τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα δε θα μου επέτρεπε τη συμμετοχή σε ανάλογες εκδηλώσεις. Όμως, εικάζω εκ των υστέρων, πως ακόμη κι αν κατοικούσα στην Αθήνα αμετακίνητη όλη μου τη ζωή, πολύ αμφιβάλλω πως οι βιβλιοπαρουσιάσεις θα ήταν κάτι που θα αναζητούσα. Κι αυτό γιατί η εντύπωση που είχα σχηματίσει για το συγκεκριμένο είδος εκδηλώσεων δεν ήταν καθόλου θελκτική.
Υπέθετα πως πρόκειται συνήθως για μια αποστειρωμένη διαδικασία, που κινείται σε ένα διεκπεραιωτικό και τυποποιημένο μοτίβο προώθησης του βιβλίου ως καταναλωτικό προϊόν, που χαρακτηρίζεται από ένα κομιλφό πνεύμα επικουρούμενο από κολακείες και εγκώμια μεταξύ όσων συμμετέχουν και που αναπαράγεται ανέμπνευστα σε περιχαρακωμένους λογοτεχνικούς κύκλους.
Ο θεσμός των βιβλιοπαρουσιάσεων φαίνεται να ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στο βιβλιοχαρτοπωλείο «Βιβλιοαγορά» στην Αθήνα, με πρωτοβουλία της Ουρανίας Μεταλληνού, που δημιούργησε αργότερα το εμβληματικό βιβλιοπωλείο «Πλους» στην Κέρκυρα, και του Μανώλη Αρχοντάκη, συγγραφέα. Με τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία και τις άοκνες προσπάθειες που ακολούθησαν, οι δύο αυτοί άνθρωποι θέλησαν, όπως μαθαίνουμε από τον Δημοσθένη Καλάκο, γιο της Ουρανίας η οποία δεν ζει πια και σημερινό ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου, να φέρουν τον λογοτέχνη σε επαφή με το κοινό του, να δημιουργήσουν ένα κλίμα εγγύτητας μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη, να κάνουν την τέχνη πιο προσιτή στον κόσμο, να προσδώσουν μια πιο ανθρώπινη διάσταση στο βιβλίο.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι να μείνουμε πιστοί στο όραμα των πρωτεργατών, έτσι όπως το φαντάζεται, όπως το εκλαμβάνει ο καθένας, χωρίς στεγανά, χωρίς να χρειάζεται να απολογείται κανείς σε κανέναν. Ας πραγματοποιεί κάποιος συμβατικές βιβλιοπαρουσιάσεις ακολουθώντας την πεπατημένη, αν αυτό τον ευχαριστεί, αν σε αυτό το πλαίσιο νιώθει ασφαλής. Κι ας πραγματοποιεί όμως αντίστοιχα κάποιος βιβλιοπαρουσιάσεις που καταργούν τα κλισέ. Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο παραμένει αλλού, να κοιταζόμαστε στα μάτια.




Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" στον Λαμπτήρα Πυρακτώσεως



Ο Μάριος Μαγιολαδίτης γράφει βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" στο 12ο τεύχος του "Λαμπτήρα Πυρακτώσεως", το περιοδικό της Πορείας Αριστερής, που κυκλοφορησε μόλις σε Ηράκλειο, Αθήνα, Πάτρα, Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, κ.α.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Βιβλιοκριτική από το e-Αναγνώστης για "Τα φώτα στο βάθος"


Θέλω να βλέπω μεγάλες γυναίκες στις παμπ και στα καφέ, να οδηγούν ποδήλατα, να είναι φρικιά, να κάνουν γυμνισμό, να πίνουν και να καπνίζουν, να πηγαίνουν σε συναυλίες, να κατεβαίνουν σε πορείες. Να γερνούν έξω από τους τέσσερις τοίχους με τα σεμεδάκια, τα εικονίσματα και την καταπίεση στο μάνταλο, γαμώτο.

Είναι από τις καλές στιγμές του internet και της λογοτεχνίας. Τα κείμενα μιας blogger που παρακολουθείς από την αρχή να γίνονται βιβλίο, που να φτάνει μάλιστα μέσα σε λίγους μήνες την τρίτη του έκδοση.

"Τα φώτα στο βάθος. Αφηγήσεις μικρού μήκους" (α' έκδοση: Μάιος 2013, Εκδόσεις Απόπειρα) είναι μια επιλογή 38 κειμένων που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο blog της Niemands Rose από το 2007. Όπου το ψευδώνυμο Niemands Rose έλκει την καταγωγή του από την ποιητική συλλογή Die Niemandsrose του Πάουλ Τσέλαν, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως "Του κανενός το ρόδο".

Οι «αφηγήσεις μικρού μήκους» δεν μπορούν να ενταχθούν στα γνωστά μας κειμενικά είδη. Προσπαθώντας να ονομάσουμε το νέο με παλιά ονόματα, θα λέγαμε ότι πρόκειται για διηγήματα - αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει. Εκτείνονται συνήθως σε 2-3 σελίδες, σπάνια λιγότερες ή περισσότερες, έχουν μια συντομία -που πυκνώνει το περιεχόμενο- ενδεικτική της πρώτης τους δημοσίευσης ως posts σε blog. Και το κειμενικό τους είδος είναι ακριβώς αυτό: αναρτήσεις σε blog.

Και πράγματι τα κείμενα της Niemands Rose οφείλουν πολλά στο internet, πέρα από τη μορφή τους. Είναι τα κείμενα κάποιας που δεν ξεκίνησε να γίνει συγγραφέας, αλλά ξεκίνησε να γράφει αυτά που την απασχολούν και μέσα από τη συζήτηση και την αναγνώριση της σημασίας τους, μέσα από την ενθάρρυνση γνωστών και όχι τόσο γνωστών αναγνωστών της, πείστηκε και η ίδια ότι θα μπορούσαν να γίνουν βιβλίο. Η τεχνική ευκολία του να ξεκινήσεις ένα blog, το σταδιακό, ανάρτηση την ανάρτηση γράψιμο, η δυνατότητα να βρουν τα κείμενα τους αναγνώστες τους μέσα από το internet και να διαδοθούν πληκτρολόγιο με πληκτρολόγιο, κοινοποίηση με κοινοποίηση, σχόλιο με σχόλιο είναι κινητήριες δυνάμεις εξίσου σημαντικές με τις συγγραφικές ικανότητες της Niemands Rose σε αυτήν την περίπτωση. Χωρίς υπερβολή, ήταν οι αναγνώστες που οδήγησαν στην έκδοση του βιβλίου - και οι Εκδόσεις Απόπειρα ολοκλήρωσαν αυτή τη διαδικασία τυπώνοντάς το.

Θα ήταν όμως άδικο να εξετάζαμε το βιβλίο της Niemands Rose μόνο ή κυρίως ως μια ιστορία επιτυχημένης έκδοσης χωρίς εκδότη χάρη στο internet.  Όσο και αν τα μέσα παραγωγής και διάδοσης των κειμένων είναι ψηφιακά και ιντερνετικά, το περιεχόμενο παραμένει "βασιλιάς". Το σημαντικό με "Τα φώτα στο βάθος" είναι το πόσο διαφορετικά είναι τα κείμενα της Niemands Rose από αυτό που ονομάζουμε "σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία".

Πυκνά, αλλά λιτά. Βιωμένα, αλλά όχι αυτοβιογραφικά. Γυναικεία, αλλά όχι ροζ. Στοχαστικά, αλλά όχι φλύαρα και αυτοαναφορικά. Πολιτικά, αλλά όχι προπαγανδιστικά. Με οπτική γωνία, αλλά και χώρο για τον αναγνώστη. Τοπικά, αλλά όχι τουριστικά ή φολκλόρ. Ριζοσπαστικά, αλλά λογοτεχνικά. Λογοτεχνικά αλλά όχι επιτηδευμένα. 

Σκηνές, σχεδόν σαν φωτογραφίες, επιλέγονται προσεκτικά και οι φράσεις-πυροτεχνήματα της Niemands Rose τους δίνουν το πλαίσιό τους. Κρήτη, Λονδίνο, Αθήνα, οι σπουδές της στις κοινωνικές επιστήμες, η ριζοσπαστική της ατζέντα, εμπειρίες καθημερινές και παρατηρήσεις του γύρω κόσμου είναι διαθλασμένα παρούσες στην αφήγηση.

Τα κείμενα της Niemands Rose, γεννημένα στο blog, ευνοούνται τώρα από τη συγκέντρωση και την έκδοσή τους σε βιβλίο (προς το παρόν έντυπο) - και όχι μόνο γιατί αποκτούν την αίγλη της νέας τους μορφής ή φτάνουν και σε όσους δε διαβάζουν blogs. Αν η ανάρτηση στο blog συνδέεται με την άμεση, αλλά πιθανόν πιο γρήγορη και αποσπασματική ανάγνωση, η μορφή του βιβλίου -έντυπου ή ebook- σημαίνει μια απόφαση να διαβάσεις περισσότερο κείμενο, πιο προσεκτικά, να κατανοήσεις πιο ολοκληρωμένα. 

Και "Τα φώτα στο βάθος" μπορεί να γράφτηκαν εν θερμώ, ως αναρτήσεις blog, αλλά διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται με νέο ενδιαφέρον εν ψυχρώ, ως ολοκληρωμένη και αποπερατωμένη μονάδα. Δηλαδή ως βιβλίο.

Κείμενα της Niemands Rose έχουν δημοσιευτεί επίσης στο συλλογικό ebook "Ανθολόγιον Ιστολόγιον".

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Συνέντευξη για "Τα φώτα στο βάθος" στην Ελένη Γκίκα ('Εθνος του Σαββάτου)

Για τη ζωή της γνωρίζουμε ότι έχει γεννηθεί στην Κρήτη, έχει σπουδάσει κοινωνικές επιστήμες στην Αθήνα και στο Λονδίνο. Εχει συνεργαστεί με διάφορες εφημερίδες και περιοδικές εκδόσεις (την «Ελευθεροτυπία», την «Αυγή» και τα «Ενθέματα», το «Μπαχάρ» κ.ά.), ενώ κείμενά της περιλαμβάνονται στο συλλογικό έργο «Ανθολόγιον Ιστολόγιον» (ψηφιακή έκδοση, 2012). Καθώς και το ότι διατηρεί από το 2007 το μπλογκ «Του κανενός το ρόδο», δηλαδή «Niemands Rose». Μας μιλά για τη ζωή της, την Ελλάδα του σήμερα, το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής, την Αθήνα που ξαναβρήκε γυρίζοντας, τη ζωή των νέων, το ζοφερό αύριο και το μεθαύριο, πια. Οι απόψεις της είναι γνωστές στο Διαδίκτυο, συντονίζει εκδηλώσεις για τον δημόσιο λόγο. Κι είναι νέο κορίτσι. Είναι η γνωστή μας πια Niemands Rose.

Να σας λέω... όπως υπογράφετε; Niemands Rose;
Το Νίμαντζ Ρόουζ, ή Νιμαντσγόζε πιο σωστά, προέρχεται από έναν στίχο του Γερμανοεβραίου ποιητή Παούλ Τσελάν, που βίωσε σε νεαρή ηλικία τη θηριωδία των στρατοπέδων συγκέντρωσης στον B' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ και οι δύο γονείς του εκτελέστηκαν από τους ναζί. Αν και συχνά μετανιώνω που οικειοποιήθηκα τη φράση ενός από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς ποιητές παγκόσμια, ή έρχομαι σε κάποια αμηχανία που φέρω ένα τόσο ανοίκειο φιλολογικό ψευδώνυμο, ωστόσο πια, περισσότερο από ποτέ, πείθομαι ότι πρέπει να το διατηρήσω ως υπόμνηση και ως φόρο τιμής στον ποιητή. Επομένως, για να απαντήσω στην ερώτησή σας, ναι, έτσι θα ήθελα να με αποκαλείτε.

Και να μας πείτε πώς γεννήθηκε το 2007 το μπλογκ «Niemands Rose», «Του κανενός το ρόδο»;
Το μπλογκ προέκυψε μέσα από μία σειρά συμπτώσεων, όπως το ότι εκδιώχθηκα από ένα φόρουμ γιατί ενοχλούσαν την ομήγυρη οι απόψεις μου. Μου είχαν πει «αν θες να λες αυτά τα πράγματα, να πας να ανοίξεις μπλογκ!» Αναρωτήθηκα τι να είναι αυτό κι όταν κατάλαβα πως δεν κινδυνεύεις να λογοκριθείς από τον κάθε μικρόνοα διαχειριστή ή να πέσεις θύμα διαδικτυακού λιντσαρίσματος γιατί διαταράσσεις τις εγκατεστημένες δυναμικές της ομάδας σε κάποιο φόρουμ, ένιωσα πως μου ταιριάζει καλύτερα. Εκτός από αυτό, το φαινομενικά ατυχές αλλά επί της ουσίας ευτυχές περιστατικό, η απόφασή μου είχε να κάνει με το ότι βρισκόμουν σε μια περίοδο αναγκαστικού κατ' οίκον περιορισμού, γιατί έπρεπε να τελειώσω το διδακτορικό μου.

Από το μπλογκ μέχρι το πρώτο βιβλίο σας «Τα φώτα στο βάθος» στις εκδόσεις «Απόπειρα», τι μεσολάβησε;
Μεσολάβησαν σχεδόν πέντε χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στα σόσιαλ μίντια, παρά το ότι επρόκειτο για πέντε ζόρικα χρόνια, με ολοκλήρωση του κύκλου σπουδών μου, επαναπατρισμό και προσαρμογή στα εντελώς νέα δεδομένα, μετάβαση από το ακαδημαϊκό σε εργασιακό περιβάλλον με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τη γέννηση των δύο παιδιών μου, πέντε μετακομίσεις εντός και εκτός Ελλάδας. Μεσολάβησε, δηλαδή, μία περίοδος που δεν έχω προφτάσει να πάρω ανάσα κι, όμως, η ανάγκη μου να αρθρώνω λόγο, να εκφράζομαι, ξεπερνούσε τελικά τις όποιες αντικειμενικές δυσκολίες.

Και γιατί επιλέξατε να το υπογράψετε και πάλι ως Niemands Rose;
Ενιωθα πλέον πιο οικεία στον δημόσιο λόγο μου με το ψευδώνυμο. Ομως με την ευκαιρία, επειδή μου το ρωτούν αυτό συχνά, αξίζει ίσως να υπενθυμίσω πως δεν έκανα δα και κάτι το καινοφανές. Συνηθίζεται στα γράμματα και στις τέχνες η χρήση καλλιτεχνικού ψευδωνύμου.

Τι ακριβώς είναι «Τα φώτα στο βάθος»; Είναι η εποχή μας «Τα φώτα στο βάθος»;
«Τα φώτα στο βάθος» είναι μία φράση από το ομώνυμο διήγημα στη συλλογή. Είναι τα φώτα της Λιβύης, που λέγεται πως κάποιες νύχτες είναι ορατά από τα νότια παράλια της Κρήτης, είναι κι η ματιά που στρέφεται εκτός συνόρων. Είναι, όμως, κι ο αμυδρός φωτισμός που διακρίνεται στο βάθος ενός σκοτεινού ορίζοντα και που πρέπει να δούμε. Είμαστε υποχρεωμένοι. Εντέλει είναι ένα μήνυμα πίστης στη ζωή, στο φως.

Πολιτική και ποιητική, κοινωνική και ονειρική, σκληρή και ταυτοχρόνως τόσο πολύ τρυφερή, με καθημερινή έννοια για τα ανθρώπινα είστε εδώ και τα βλέπετε κι έχετε κι άποψη, κι είστε τόσο πολύ νέα, να τα πάρουμε από την αρχή: Χρυσή Αυγή, ένα φαινόμενο πού ποιος το εξέθρεψε;
Εχω την εντύπωση πως έχει βαθιές ιστορικές ρίζες το φαινόμενο και πως δεν εξέλειψε ποτέ από αυτόν τον τόπο. Οταν οι συνθήκες της βαθιάς οικονομικής ύφεσης και της πολιτικής κρίσης το επέτρεψαν, απέκτησε κι ένα brand name γύρω από το οποίο συσπειρώθηκε η ημεδαπή Καμόρα και στέγασε τη μισαλλοδοξία, τον σωβινισμό, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, τον λαϊκισμό, τη διεστραμμένη προγονολατρεία κ.λπ. που επωάζονταν σε εστίες με άλλα ονόματα, αδιάλειπτα.

Αυτοκτονίες, ανεργία κι απόγνωση, «Τα φώτα στο βάθος» κι η Niemands Rose τι λένε;
Αποφεύγω συστηματικά να μιλήσω για τις αυτοκτονίες των τελευταίων χρόνων. Δεν μιλάμε για αυτόχειρες αλλά για θύματα πολέμου. Με ταράζει πολύ το θέμα. Θέλω να ομολογήσω δημόσια, για πρώτη φορά, πως παλεύω με τον αυτοκτονικό ιδεασμό από παιδί.

Τα πιο φωτεινά και τα πιο σκοτεινά σημεία της εποχής;
Αναμφίβολα, κατά τη γνώμη μου, το πιο σκοτεινό σημείο είναι η άνοδος του ναζισμού. Τα φωτεινά σημεία είναι κατακερματισμένα, είναι πιο άδηλα, χρειάζεται να τα αναζητήσει κανείς. Τα βρίσκεις στην αλληλεγγύη που επεκτείνεται, στις συλλογικότητες που δημιουργούνται, στα έντυπα του δρόμου, στα συνθήματα στους τοίχους, στην άδολη τέχνη, στις τυχαίες συναντήσεις, στην κουβέντα με έναν ωραίο άνθρωπο, στη φύση.

Πώς ήταν η Αθήνα της επιστροφής; Πώς την αφήσατε και πώς τη βρήκατε...
Την Αθήνα των φοιτητικών μου χρόνων στην Κυψέλη τη βίωσα ως ανθρωπογεωγραφία, την έζησα μέσα από τα πρόσωπα και τα κορμιά, τις φιλίες και τους έρωτες. Δεν τη γνωρίζω παρά σαν απαραίτητο αλλά μακρινό σκηνικό για την πρώτη μου έξοδο από την οικογενειακή φωλιά. Ομως η Αθήνα, ακόμη κι ως μπαγκράουντ, εγγράφεται βαθιά μέσα σου. Δεν είναι τόσο τυχαίο που ξαναγύρισα κοντά της. Με εξοντώνει και με συγκλονίζει εξίσου, όπως ένας μεγάλος έρωτας. Θα την εγκαταλείψω, όμως, σε περίπτωση που εκλεγεί δήμαρχος ναζί.

«Τα φώτα στο βάθος» και η Niemands Rose είναι ήδη γνωστά, διαδικτυακά, σχεδόν μυθικά πρόσωπα. Πώς εξηγείτε αυτήν την τόσο ζεστή επαφή με τον κόσμο;
Εχω πράγματι μεγάλη αποδοχή, αλλά έχω και ορκισμένους εχθρούς, πρέπει να σας επισημάνω. Νομίζω η αποδοχή εξηγείται από το ότι γράφω πηγαία, όταν πρόκειται για λογοτεχνικά κείμενα, και ανεξάρτητα, χωρίς να ανήκω κάπου, χωρίς σκοπιμότητες, εκφράζοντας μόνο τον εαυτό μου, όταν πρόκειται για άρθρα.

Γράφετε τώρα;
Εχω πολλές ιδέες, ευτυχώς, και έχω ξεκινήσει πολλά, δυστυχώς. Πρέπει να αφοσιωθώ σε ένα γραπτό.

Κι είστε αισιόδοξη γι' αυτό που θα 'ρθει; Εκείνο το «αύριο» μπορείτε να φανταστείτε πώς θα 'ναι;
Δεν είμαι αισιόδοξη, δεν είναι στη φύση μου. Εχω πίστη στη ζωή όμως, παρά το κατά τον δαίμονα εαυτού που με καταδιώκει. Το αύριο διαφαίνεται ζοφερό στα μάτια μου. Παλεύουμε ήδη για το μεθαύριο.

Πότε γράψατε για πρώτη φορά; Και ήταν;
Θυμάμαι πως είχα γράψει το πρώτο μου ποίημα όταν ήμουν μικρό παιδί κι είχα ακούσει στην τηλεόραση πως έχασε τη ζωή του μέσα στο γήπεδο ένας νέος άνθρωπος. Περίπου δύο δεκαετίες αργότερα που με παρότρυνε ένας φίλος να αναζητήσουμε το γεγονός, ανακάλυψα πως επρόκειτο για τον 29χρονο Χαράλαμπο Μπλιώνα, στο Αλκαζάρ της Λάρισας.

Το όνομά σας αλήθεια ποιο είναι; Πώς σας λένε;
Θα μου επιτρέψετε να σας απαντήσω με μία φράση από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ: «What's in a name? That which we call a rose. By any other name would smell as sweet».


ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

'Εθνος του Σαββάτου