Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" από τον Γιώργο Χλωρό στο Wild Thing

Niemands Rose, «Τα φώτα στο βάθος», (Εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ). Ημερ. κυκλ. 05/2013. Ελληνική λογοτεχνία, Διηγήματα, Σελ. 124, Paperback, Tιμή: 10€

«Το όνομά μου μοιάζει του πελάγου. Αλλά κανείς δε με λέει έτσι. Συστήνομαι με το υποκοριστικό. Δίκαιο. Αφού πνίγομαι στη στεριά. Και η θάλασσα, όπως και η ομορφιά του κόσμου, με γονατίζουν.» (από Τα φώτα στο βάθος, σελ. 97 στο διήγημα «Θα μεταβάλω με νερό θαλασσινό»)

Το βιβλίο Τα φώτα στο βάθος της Niemands Rose είναι ένα από τα best seller του 2013 κατά έναν αναπάντεχο αλλά τελικά ευκόλως εξηγήσιμο τρόπο. Και πάνω από όλα δίκαιο. Αποτελεί την πρώτη έκδοση της συγκεκριμένης συγγραφέως και σηματοδοτεί το πέρασμα της από το χώρο του μπλογκαρίσματος στο χώρο του έντυπου συγγραφικού έργου. Δεν είναι νέα συγγραφέας η Niemands καθώς τα περισσότερα από τα μικρά διηγήματα της (ή όπως η ίδια τα αποκαλεί «αφηγήσεις μικρού μήκους») είχαν εμφανιστεί στο ομώνυμο και δημοφιλές blog της τα τελευταία χρόνια: http://niemandsrose-niemandsrose.blogspot.gr/. Αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο, που βρίσκεται ήδη αισίως στην τρίτη επανέκδοσή του και πάει φούλ για τέταρτη μέσα σε τρεις μήνες, είναι η πρώτη προσπάθειά της να «μεγαλώσει και να γίνει full time troll και συγγραφέας» όπως δηλώνει.
Μια σαρανταριά μικρές αφηγήσεις, αλλού με βιωματικό τρόπο, αλλού μιλώντας για τον κοντινό της περίγυρο, αλλά πάντα προσεγγίζοντας κοινωνικά ζητήματα μέσα από ένα υποκειμενικό – και γι' αυτό πιο ειλικρινές –  πρίσμα με αρκετά διεισδυτική οπτική, δοσμένα μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες, καθημερινών ανθρώπων στην μεγάλη τους πλειοψηφία. Κοινωνική κριτική με καυστικό ύφος, σάτιρα και ενίοτε πικρόχολη διάθεση. Εξάλλου ο ίδιος ο Ένγκελς έλεγε κάποτε ότι είναι καλύτερα ένας συγγραφέας να μην προσεγγίζει τα κοινωνικά ζητήματα με έναν άμεσα πολιτικό τρόπο αλλά να τα αναδεικνύει μέσα από τις καθημερινές ιστορίες των ηρώων του.
Το ύφος γραφής της Niemands έρχεται από το παρόν (και το μέλλον;) μιας νέας γενιάς συγγραφέων που διαμορφώθηκαν μέσα στην blog-όσφαιρα και χρησιμοποιεί μερικά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα, ανάμεσα στα οποία είναι η έξυπνη λεξιπλασία, τα εύστοχα ευφυολογήματα, η αλληγορία και ο συμβολισμός. Πολλές φορές χρησιμοποιεί το σασπένς και την ολική ανατροπή στο τέλος της κάθε μικρής ιστορίας.
Από την αποδοχή και μόνο του, το βιβλίο αποτελεί ένα φαινόμενο καθώς νομίζω ότι είναι το πρώτο από τον χώρο των bloggers που χτυπά στα ίσα σε εμπορική επιτυχία  τους... – ας το πούμε συμβατικά – «κανονικούς συγγραφείς». Σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης αυτό είναι το ώριμο τέκνο της ανάγκης άλλωστε. Η εποχή μας άλλωστε είναι άρνηση της αμέσως προηγούμενης. Η προηγούμενη περίοδος, που χονδρικά ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '80 με την χρηματιστηριακή οικονομική φούσκα, το τέλος των «μεγάλων αφηγήσεων» (κατά πολλούς το τέλος της ίδιας της ιστορίας), την στροφή στον νεοφιλελεύθερο εκσυγχρονισμό, δημιούργησε ένα νέο στρώμα διανοουμένων στην ελληνική κοινωνία που βασικό χαρακτηριστικό της δεν ήταν μόνο η αντικατάσταση των «μεγάλων αφηγήσεων» από τις μικρές, όσο ότι βασικό υπόβαθρο σε αυτές τις «μικρές αφηγήσεις» τους ήταν η εγωπάθεια, η ομφαλοσκόπηση, η επίδειξη ύφους, η κενότητα μιας κοινωνίας - ή για την ακρίβεια ενός προνομιούχου νεο-αναδεικνυόμενου μικρομεσαίου στρώματος - που έχοντας λύσει τα βασικά προς το ζην προβλήματά του, μπορούσε ανέξοδα να ζει μέσα στη γυάλα του και να παρατηρεί τον κόσμο με ύφος χλευαστικό κι αυτάρεσκο. Ήταν η εποχή που «έληγε η αμφισβήτηση και αποφανατίζονταν οι επαναστάτες» – για να δανειστούμε τη ρήση του ποιητή – και ο χλευασμός απέναντι σε κάθε έναν που διαμαρτυρόταν ήταν η νόρμα (στην καλύτερη περίπτωση οι διανοούμενοι αυτοί τον αντιμετώπιζαν ως γραφικό).
Στις μέρες μας, συνεχίζουμε να βρισκόμαστε ακόμη στην μορφή των «μικρών αφηγήσεων». Όμως αυτές πλέον, μετά τη γενικευμένη κρίση και τη συνακόλουθη κατάρρευση των υλικών όρων της ξεγνοιασιάς, αλλά κυρίως μετά την επανεμφάνιση της κοινωνικής διαμαρτυρίας και εξέγερσης ως καθημερινό πρόταγμα, οδήγησαν το στρώμα αυτό των διανοούμενων να μετατραπεί σε οργανικό απολογητή του καταρρέοντος συστήματος. Το μόνο που κρατά από τη γλώσσα του παρελθόντος είναι η κυνικότητα με ύφος χιλίων καρδιναλίων με την οποία αντιμετωπίζουν πλέον την αγωνία και την μάχη για επιβίωση των απλών ανθρώπων, των οποίων μέχρι χθες υποτίθεται ότι υμνούσαν τα σώψυχα.
Η Niemands Rose και Τα φώτα στο βάθος είναι στον αντίποδα των παραπάνω και αποτελεί την άρνηση σε αυτούς. Είναι το νέο είδος διανοούμενου, στο πλευρό και όχι εναντίον των ταπεινών και καταφρονεμένων. Δεν είναι άσχετο αυτό με το γεγονός ότι η νέα γενιά διανοουμένων, σε αντίθεση με την αμέσως προηγούμενη, προλεταριοποιείται βιαίως. Γράφει χαρακτηριστικά ή ίδια στο «Κυριακές γκραν γκινιόλ» περιγράφοντας αυτή την μεταστροφή:
«...Τις Κυριακές, στο κέντρο μιας πόλης κατάστικτης με τατού στα ντουβάρια, ή στις εξοχές και τις θάλασσες, αγοράζαμε εφημερίδες. Τυλιγμένες σε σελοφάν. Τις αδειάζαμε από τα περιττά, από διαφημιστικά φυλλάδια και σομόν οικονομικά ένθετα. Η ζωή κυλούσε χωρίς οικονομικούς δείκτες, χωρίς γραφήματα των τιμών του χρυσού και του πετρελαίου, χωρίς τους ολοσέλιδους πίνακες με τις τιμές των μετοχών. Κυλούσε χωρίς να λέμε: CDS, PSI, spreads, χρηματοπιστωτική κρίση, ύφεση, χρεωκοπία, περικοπές, στάση πληρωμών, εργασιακή εφεδρεία, επιτόκια δανεισμού. Κυλούσε χωρίς μνημόνιο, μεσοπρόθεσμο και πολυνομοσχέδιο. Χωρίς ΔΝΤ, Eurogroup και τρόικα. Οι φυλλάδες της οικονομίας αδιάβαστες προορίζονταν για ανακύκλωση ή για καθάρισμα τζαμαρίας.
Και μετά οι όροι ξεχύθηκαν από τις φυλλάδες, ανακυκλώνονταν στα χείλη μας, βρώμιζαν τα στόματά μας. Και μετά τα παράθυρα θόλωσαν. Πύκνωσαν οι ανάσες στα σπίτια μας. Μέναμε μέσα όλο και πιο συχνά. Ακούγαμε όλο και πιο αμίλητοι τις τηλεπερσόνες να μας κατακεραυνώνουν με μια γλώσσα αυταρχική, γεμάτη δυσνόητους οικονομικούς όρους, εκβιαστικά διλήμματα και φασίζοντα ορθολογισμό. Ζαρώναμε όλο και πιο φοβισμένοι στα καθιστικά. Βουλιάζαμε όλο και βαθύτερα στον ιδιωτικό βίο. Παραδίδαμε το συρρικνωμένο ελεύθερο χρόνο μας σε οθόνες, μιας ψευτοσυμμετοχής στα εν δήμω μέσα απ' τα social media ή μιας παθητικής ενημέρωσης από μισθωμένα φερέφωνα. Ξεφυλλίζαμε πια με αγωνία τα οικονομικά ένθετα, σαν χρησμό.» (Τα φώτα στο βάθος, σελ. 163)
Η Niemands, συνεχίζοντας να στέκει πάνω στο έδαφος των «μικρών αφηγήσεων», κάνει ένα κολάζ από αυτά, όπως όταν ξεκίναγε η πανκ σκηνή. Οι δημιουργοί των αφισών των συναυλιών έκαναν το ίδιο με όλα τα κοινωνικά ζητήματα: τη φτώχεια, το ρατσισμό, τη σχέση των δύο φύλων, κ.λπ. Τα θέματα αυτά τα πραγματεύεται η Niemands ως μικρές αφηγήσεις, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος παρατηρεί όλα τα μικρά ρυάκια και τον τρόπο που συγκλίνουν προς τον μεγάλο ποταμό:
«...Καλοκαίρι. Καθώς χαράζει στο Άμστερνταμ, ένα πτώμα ξεβράζεται στις όχθες του ποταμού. Ένας Βραζιλιάνος μετανάστης πέφτει νεκρός από τις σφαίρες της βρετανικής αστυνομίας. Η μέρα προχωράει. Καύσωνας και οχλαγωγία.
Μια ομάδα ακτιβιστών εισβάλλει σε κάποια πλαζ επιβάλλοντας ενός λεπτού σιγή. Σουρουπώνει. Από τον ορό του γέροντα, που δεν περιμένει επισκεπτήριο, στάζει στάλα στάλα η μοναξιά.
Τη νύχτα, στη νότια Κρήτη, μια μαμά με το μωρό στην αγκαλιά προσπαθεί να διακρίνει τα φώτα της Λιβύης στο βάθος του ορίζοντα. Χειμωνιάζει, ένα χαλίκι θα σφηνώσει στους αρμούς του παπουτσιού της και θα βρει τη θέση του ανάμεσα σε μια συλλογή από βότσαλα.
Μία κυρία συλλαμβάνεται από τους σεκιουριτάδες ενός πολυκαταστήματος στο γιορτινό Δουβλίνο, καθώς κλέβει μια κασετίνα, ενώ ο υπερτυχερός ενός λαχείου κρεμάει την ταμπέλα hunger στο Στραντ της μητρόπολης. Μια φανταστική πόλη μετατρέπει το χριστουγεννιάτικο κλίμα φιλανθρωπίας σε εξέγερση. Παρήλθαν αργίες μπελ επόκ. Ζωντανεύουν οι πολαρόιντ.
Χορεύουν σε παραπήγματα στην εξοχή της Πρωτομαγιάς, στο χώμα το νωπό στην ύπαιθρο της Καθαρής Δευτέρας, με φόντο συρματοπλέγματα σ' ένα χωράφι της Ανάστασης, σε κάποια σαλοτραπεζαρία της Πρωτοχρονιάς, σε χορό εργαζομένων της Απόκριας. Η Ελπίδα, η μάνα του νάνου, χορεύει στην αυλή του χαμόσπιτου.
Ξημερώνει Κυριακή γκραν γκινιόλ.»
Θα μπορέσει η ίδια να αποτελέσει τον προπομπό ενός νέου κύματος αμφισβήτησης στον χώρο της λογοτεχνίας; Θα αποτελέσει το ύφος της ένα νέο είδος λογοτεχνίας; Η ίδια σε μια πρόσφατη συνέντευξη της, όταν ρωτήθηκε ποιοι είναι οι αγαπημένοι της συγγραφείς, απάντησε με ελικρίνεια «αυτοί του μέλλοντος».

Μένει να αποδειχτεί αν θα βρει μιμητές. Όχι τόσο στον τρόπο γραφής – σίγουρα υπάρχουν και άλλοι στη blog-όσφαιρα – αλλά στο θάρρος και το θράσος που χρειάζεται για να εκδώσουν τις μικρού μήκους αφηγήσεις τους. Η εποχή είναι ευνοϊκή για αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου