Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

#book_encounters: Για τις παρουσιάσεις βιβλίων

Η πρώτη φορά που βρέθηκα σε βιβλιοπαρουσίαση ήταν συμπτωματικά λίγο καιρό αφού είχε εγκριθεί η έκδοση του βιβλίου μου, δηλαδή αρχές Απρίλη, όταν παρουσίαζε ο αγαπημένος μου Άρης Μαραγκόπουλος το καινούργιο του βιβλίο, το «Χαστουκόδεντρο». Έβαλα στην τσάντα μου λοιπόν το αντίτυπο που είχα ήδη αγοράσει και διαβάσει και ξεκίνησα για την πλατεία Συντάγματος, όπου θα γινόταν η παρουσίαση σε βιβλοπωλείο της περιοχής. Το πάνελ αποτελούσαν ο Βασίλης Βασιλικός, ο Μάνος Στεφανίδης και ο Μαραγκόπουλος. Τριγύρω υπήρχαν γιγαντοαφίσσες από το εξώφυλλο του βιβλίου, ενώ στο τραπέζι των ομιλητών βρίσκονταν στίβες με αντίτυπα του Χαστουκόδεντρου. Το πολυπληθές κοινό είχε καταλάβει όλες τις διαθέσιμες καρέκλες ενώ πολλοί ήμαστε όρθιοι. Διαισθανόμουν όμως πως δεν επρόκειτο για μια τυπική βιβλιοπαρουσίαση, αν και αμάθητη σε τέτοια ηβέντς. Το γραμμόφωνο και το βινύλιο δεν άφηνε πολλά περιθώριο για παρανόηση. Βρισκόμουν πράγματι σε μία αντισυμβατική παρουσίαση.

Ήταν, επαναλαμβάνω, η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε παρουσίαση βιβλίου, γεγονός μάλλον παράδοξο για κάποια που σε λίγες βδομάδες θα έκανε το ντεμπούτο της ως συγγραφέας η ίδια. Αναδρομικά, προσπαθώντας να εξηγήσω πώς αν και βιβλιόφιλη η ίδια δεν έτυχε να βρεθώ ποτέ πριν σε βιβλιοπαρουσίαση ανέτρεξα αρχικά στην προσωπική μου διαδρομή. Ως τα δεκαοχτώ μου ζούσα στο Ηράκλειο Κρήτης, που οι παρουσιάσεις βιβλίων, ακόμα και όταν συνέβαιναν πολύ σπανίως δεν αφορούσαν την εφηβεία μου. Αργότερα, που βρέθηκα ως φοιτήτρια στην Αθήνα, και μολονότι συνέχισα να διαβάζω μανιωδώς, είχα πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω από το να τρέχω σε βιβλιοπαρουσιάσεις. Κι έπειτα, όταν πια βρέθηκα να κατοικώ στο Λονδίνο, η φυσική απόσταση από τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα δε θα μου επέτρεπε τη συμμετοχή σε ανάλογες εκδηλώσεις. Όμως, εικάζω εκ των υστέρων, πως ακόμη κι αν κατοικούσα στην Αθήνα αμετακίνητη όλη μου τη ζωή, πολύ αμφιβάλλω πως οι βιβλιοπαρουσιάσεις θα ήταν κάτι που θα αναζητούσα. Κι αυτό γιατί η εντύπωση που είχα σχηματίσει για το συγκεκριμένο είδος εκδηλώσεων δεν ήταν καθόλου θελκτική.

Υπέθετα πως πρόκειται συνήθως για μια αποστειρωμένη διαδικασία, που κινείται σε ένα διεκπεραιωτικό και τυποποιημένο μοτίβο προώθησης του βιβλίου ως καταναλωτικό προϊόν, που χαρακτηρίζεται από ένα κομιλφό πνεύμα επικουρούμενο από κολακείες και εγκώμια μεταξύ όσων συμμετέχουν και που αναπαράγεται ανέμπνευστα σε περιχαρακωμένους λογοτεχνικούς κύκλους.

Ο θεσμός των βιβλιοπαρουσιάσεων φαίνεται να ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στο βιβλιοχαρτοπωλείο «Βιβλιοαγορά» στην Αθήνα, με πρωτοβουλία της Ουρανίας Μεταλληνού, που δημιούργησε αργότερα το εμβληματικό βιβλιοπωλείο «Πλους» στην Κέρκυρα, και του Μανώλη Αρχοντάκη, συγγραφέα. Με τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία και τις άοκνες προσπάθειες που ακολούθησαν, οι δύο αυτοί άνθρωποι θέλησαν, όπως μαθαίνουμε από τον Δημοσθένη Καλάκο, γιο της Ουρανίας η οποία δεν ζει πια και σημερινό ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου, να φέρουν τον λογοτέχνη σε επαφή με το κοινό του, να δημιουργήσουν ένα κλίμα εγγύτητας μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη, να κάνουν την τέχνη πιο προσιτή στον κόσμο, να προσδώσουν μια πιο ανθρώπινη διάσταση στο βιβλίο.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι να μείνουμε πιστοί στο όραμα των πρωτεργατών, έτσι όπως το φαντάζεται, όπως το εκλαμβάνει ο καθένας, χωρίς στεγανά
, χωρίς να χρειάζεται να απολογείται κανείς σε κανέναν. Ας πραγματοποιεί κάποιος συμβατικές βιβλιοπαρουσιάσεις ακολουθώντας την πεπατημένη, αν αυτό τον ευχαριστεί, αν σε αυτό το πλαίσιο νιώθει ασφαλής. Κι ας πραγματοποιεί όμως αντίστοιχα κάποιος βιβλιοπαρουσιάσεις που καταργούν τα κλισέ. Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο παραμένει αλλού, να κοιταζόμαστε στα μάτια.

(Γραμμένο για το ένθετο της εφημερίδας ΚΟΣΜΟΣ, 22/11/2013)

Βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" -Γιώργος Γλυκοφρύδης (Literature.gr)

Το Amsterdam, θα είναι πάντα αυτό που έχει μείνει να είναι. Μία ακραία γοητευτική πόλη ειδικά για νέους ανθρώπους είτε στην ηλικία είτε στο μυαλό.
Πόσο μάλλον και στα δύο. Ανοικτή σε ζωές που για την Αθήνα, ας πούμε, είναι πέραν κάθε φαντασίας, εξαιρώντας πιθανόν κάποιες συνοικίες της. Τα Εξάρχεια, ας πούμε.
Τέτοιες ζωές, του κανενός το Ρόδο, τις αφηγείται σε διηγήματα, κοφτά και ανελέητα, μία προς μία. Άλλη ζωή σ ένα διήγημα τεσσάρων σελίδων, άλλη ζωή σ ένα άλλο διήγημα επίσης τεσσάρων σελίδων, ή και μικρότερο. Ολοκληρωμένες μικρές σκηνές που όμως ότι είναι να πουν το λένε.
Κάποια συνθήματα με μαύρο σπρέυ σε τοίχους της Αθήνας το καταφέρνουν αυτό. Να αφηγηθούν ζωές ολόκληρες σε μία φράση. Πανέξυπνα, εύστοχα ως τηλεσκοπικά σκόπευτρα νυχτερινής όρασης, με οικονομία λόγου άνευ προηγουμένου, αφηγούνται τις ζωές που είναι ν αφηγηθούν χωρίς να τα απασχολεί διόλου αν θα συμφωνήσεις ή αν θα διαφωνήσεις. Αν προσπαθήσεις να φανταστείς το ψευδώνυμο εκείνου που το έγραψε, το Niemands Rose ταιριάζει απόλυτα. Αν προσπαθήσεις να φανταστείς τον ίδιο, κι εμφανιστεί ένα κορίτσι και σου συστηθεί ως “Του κανενός το Ρόδο” χωρίς να σου αποκαλύψει το όνομά του, θα δεις τα πάντα να ταιριάζουν δουλεμένα γρανάζια. Αυθεντικότητα το λέμε αυτό. Και λείπει όσο τίποτε στους χαλεπούς καιρούς μας. Κι αυτό είναι τα διηγήματα της Niemands Rose. Κι αυτές οι ζωές που αφηγούνται. Και άρα σ όποιον αρέσουν. Το αυθεντικό ουδέποτε είχε ανάγκη ή θέληση αιτιολόγησης. Αυτό μας έλειπε, δα.
Επιστρέφουμε στο Amsterdam. Εκεί ξεκινούν οι αφηγήσεις των ζωών.
Αυτός που ζούσε σε πλωτό σπίτι στο ποτάμι. Και γιατί ζούσε εκεί. Γιατί την επιλογή αυτή. Γιατί τόση γοητεία μιας τέτοιας επιλογής. Γενικά, πολλοί ζουν σε πλωτά σπίτια στο Amsterdam. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι δολοφόνοι της αγαπημένης τους.
Αυτός ο καθιστός νέος τύπος που μάζευε τα νομίσματα στην άκρη του δρόμου στο πεζοδρόμιο και που στην πίσω τσέπη του τζιν του μάλλον είχε ένα κερδοφόρο λαχείο αλλά ποιος να ψάχνεται τώρα στις τσέπες. Εδώ είναι να μαζευτούν τόσα νομίσματα.
Η κάμερα της αφήγησης πάντα σε υποκειμενικό του ήρωα. Η ζωή προκύπτει από την αφήγηση, όχι από την εικόνα. Τα πλάνα του κάθε διηγήματος, υποκειμενικά. Ή, δίπλα, κολλητά στον ήρωα. Κοντινά, όμως, πάντα. Και μέσα από την ψυχή.
Τα διηγήματα της Niemands Rose την γλώσσα δεν την έχουν ανάγκη. Κατεβαίνει τόσο μέχρι που γίνεται και σχόλιο μέσου κοινωνικής δικτύωσης. Α, καθόλου δεν μας νοιάζει. Ότι είναι να πούμε το λέμε. Άμα είναι να την φας την μολότοφ, αν φοβηθείς, φύγε πίσω και κλώτσα την άτσαλα. (Αν σου βαστάει.) Αν δεν φοβηθείς, εντάξει, μην την αγγίξεις, αλλά κάτσε να θαυμάσεις την φωτιά.
Οι αφηγήσεις μικρού μήκους της Niemands Rose είναι σαν να είναι χωρισμένες ενώ δεν είναι. Σαν να είναι κατηγοριοποιημένες ενώ δεν είναι.
Σαν οι πρώτες δέκα αν όχι παραπάνω να είναι πιο βαθιά βλέμματα, πιο ρομαντικά, πιο συναισθηματικά υπό μία έννοια.
Αργότερα, γίνονται επικριτικές, αποκτούν πολιτική χροιά θα μπορούσε να πει κάποιος, μέχρι που φτάνουν στην καθαρή επίθεση. Μου θύμιζαν οργισμένους διαδηλωτές κάποιες από αυτές. Ιδίως προς το τέλος.
Όλες διατηρούν βασικό στοιχείο του διηγήματος, την έκπληξη. Σχετικά όχι προβλεπόμενη. Ή και καθόλου.
Όσο προχωρά το βιβλίο οι αφηγήσεις γίνονται ασπρόμαυρο ρεπορτάζ της Αθήνας σε βαθιά κρίση όλων των επιπέδων. Όπως είναι δηλαδή. Ο αφηγητής, του κανενός το Ρόδο, γίνεται θυμωμένος πολύ. Πετά κατηγορώ χωρίς πολλά πολλά. Αυτό, μπορεί να μην αρέσει σε όλους τους αναγνώστες. Αλλά το είπα ήδη πριν: Το αυθεντικό δεν κοιτά ν’ αρέσει. Απλά είναι αυθεντικό.
Τελικά, μένει ξανά η κάμερα της έναρξης. Με “τα φώτα στο βάθος”. Ο τίτλος δεν είναι διόλου τυχαίος. Όπως και οι τίτλοι όλων των διηγημάτων. Κάποιοι, δε, τόσο εμβληματικοί, όπως βέβαια και το διήγημα που τους ακολουθεί, που θύμιζαν αφίσα αναγγελίας σοβαρών ταραχών με φωτογραφίες με μόνο τα μάτια να φαίνονται. Το πρόσωπο κρυμμένο από μαντήλια.
Το punk, ουδέποτε είχε ή θέλησε να έχει ή το ενδιέφερε να έχει “κριτικές” ή οτιδήποτε άλλο σχετικό. Δεν είμαι κριτικός καταρχήν, δεν κάνω τέτοιο πράγμα, δεν γνωρίζω να κάνω κριτική. Γράφω για ότι θελήσω για όποιον λόγο να μιλήσω δημόσια γι’ αυτό. Κι αυτό που μου άρεσε πολύ σ αυτό το βιβλίο, ήταν ότι μ’ εκνεύριζε συχνότατα όπως μ’ εκνευρίζουν οι ατέρμονες επαναστάσεις. Ή όσες δεν κατανοώ εγώ, όπως και να έχει, αλλά συχνά το έβλεπα να σκύβει στον εαυτό του.
Και ιδίως στην έναρξη με γοήτευσε αφάνταστα.
Φαντάστηκα τις ζωές που περιέγραφε και τους ανθρώπους που περιέγραφε σε αυτές, μετά, να γίνονται θυμωμένοι διεκδικητές. Με κάθε τρόπο. Για όσα τους πήραν.
Το punk, ουδέποτε είχε διαφορά. Του κανενός το Ρόδο.

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" από τον Γιώργο Χλωρό στο Wild Thing

Niemands Rose, «Τα φώτα στο βάθος», (Εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ). Ημερ. κυκλ. 05/2013. Ελληνική λογοτεχνία, Διηγήματα, Σελ. 124, Paperback, Tιμή: 10€

«Το όνομά μου μοιάζει του πελάγου. Αλλά κανείς δε με λέει έτσι. Συστήνομαι με το υποκοριστικό. Δίκαιο. Αφού πνίγομαι στη στεριά. Και η θάλασσα, όπως και η ομορφιά του κόσμου, με γονατίζουν.» (από Τα φώτα στο βάθος, σελ. 97 στο διήγημα «Θα μεταβάλω με νερό θαλασσινό»)

Το βιβλίο Τα φώτα στο βάθος της Niemands Rose είναι ένα από τα best seller του 2013 κατά έναν αναπάντεχο αλλά τελικά ευκόλως εξηγήσιμο τρόπο. Και πάνω από όλα δίκαιο. Αποτελεί την πρώτη έκδοση της συγκεκριμένης συγγραφέως και σηματοδοτεί το πέρασμα της από το χώρο του μπλογκαρίσματος στο χώρο του έντυπου συγγραφικού έργου. Δεν είναι νέα συγγραφέας η Niemands καθώς τα περισσότερα από τα μικρά διηγήματα της (ή όπως η ίδια τα αποκαλεί «αφηγήσεις μικρού μήκους») είχαν εμφανιστεί στο ομώνυμο και δημοφιλές blog της τα τελευταία χρόνια: http://niemandsrose-niemandsrose.blogspot.gr/. Αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο, που βρίσκεται ήδη αισίως στην τρίτη επανέκδοσή του και πάει φούλ για τέταρτη μέσα σε τρεις μήνες, είναι η πρώτη προσπάθειά της να «μεγαλώσει και να γίνει full time troll και συγγραφέας» όπως δηλώνει.
Μια σαρανταριά μικρές αφηγήσεις, αλλού με βιωματικό τρόπο, αλλού μιλώντας για τον κοντινό της περίγυρο, αλλά πάντα προσεγγίζοντας κοινωνικά ζητήματα μέσα από ένα υποκειμενικό – και γι' αυτό πιο ειλικρινές –  πρίσμα με αρκετά διεισδυτική οπτική, δοσμένα μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες, καθημερινών ανθρώπων στην μεγάλη τους πλειοψηφία. Κοινωνική κριτική με καυστικό ύφος, σάτιρα και ενίοτε πικρόχολη διάθεση. Εξάλλου ο ίδιος ο Ένγκελς έλεγε κάποτε ότι είναι καλύτερα ένας συγγραφέας να μην προσεγγίζει τα κοινωνικά ζητήματα με έναν άμεσα πολιτικό τρόπο αλλά να τα αναδεικνύει μέσα από τις καθημερινές ιστορίες των ηρώων του.
Το ύφος γραφής της Niemands έρχεται από το παρόν (και το μέλλον;) μιας νέας γενιάς συγγραφέων που διαμορφώθηκαν μέσα στην blog-όσφαιρα και χρησιμοποιεί μερικά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα, ανάμεσα στα οποία είναι η έξυπνη λεξιπλασία, τα εύστοχα ευφυολογήματα, η αλληγορία και ο συμβολισμός. Πολλές φορές χρησιμοποιεί το σασπένς και την ολική ανατροπή στο τέλος της κάθε μικρής ιστορίας.
Από την αποδοχή και μόνο του, το βιβλίο αποτελεί ένα φαινόμενο καθώς νομίζω ότι είναι το πρώτο από τον χώρο των bloggers που χτυπά στα ίσα σε εμπορική επιτυχία  τους... – ας το πούμε συμβατικά – «κανονικούς συγγραφείς». Σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης αυτό είναι το ώριμο τέκνο της ανάγκης άλλωστε. Η εποχή μας άλλωστε είναι άρνηση της αμέσως προηγούμενης. Η προηγούμενη περίοδος, που χονδρικά ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '80 με την χρηματιστηριακή οικονομική φούσκα, το τέλος των «μεγάλων αφηγήσεων» (κατά πολλούς το τέλος της ίδιας της ιστορίας), την στροφή στον νεοφιλελεύθερο εκσυγχρονισμό, δημιούργησε ένα νέο στρώμα διανοουμένων στην ελληνική κοινωνία που βασικό χαρακτηριστικό της δεν ήταν μόνο η αντικατάσταση των «μεγάλων αφηγήσεων» από τις μικρές, όσο ότι βασικό υπόβαθρο σε αυτές τις «μικρές αφηγήσεις» τους ήταν η εγωπάθεια, η ομφαλοσκόπηση, η επίδειξη ύφους, η κενότητα μιας κοινωνίας - ή για την ακρίβεια ενός προνομιούχου νεο-αναδεικνυόμενου μικρομεσαίου στρώματος - που έχοντας λύσει τα βασικά προς το ζην προβλήματά του, μπορούσε ανέξοδα να ζει μέσα στη γυάλα του και να παρατηρεί τον κόσμο με ύφος χλευαστικό κι αυτάρεσκο. Ήταν η εποχή που «έληγε η αμφισβήτηση και αποφανατίζονταν οι επαναστάτες» – για να δανειστούμε τη ρήση του ποιητή – και ο χλευασμός απέναντι σε κάθε έναν που διαμαρτυρόταν ήταν η νόρμα (στην καλύτερη περίπτωση οι διανοούμενοι αυτοί τον αντιμετώπιζαν ως γραφικό).
Στις μέρες μας, συνεχίζουμε να βρισκόμαστε ακόμη στην μορφή των «μικρών αφηγήσεων». Όμως αυτές πλέον, μετά τη γενικευμένη κρίση και τη συνακόλουθη κατάρρευση των υλικών όρων της ξεγνοιασιάς, αλλά κυρίως μετά την επανεμφάνιση της κοινωνικής διαμαρτυρίας και εξέγερσης ως καθημερινό πρόταγμα, οδήγησαν το στρώμα αυτό των διανοούμενων να μετατραπεί σε οργανικό απολογητή του καταρρέοντος συστήματος. Το μόνο που κρατά από τη γλώσσα του παρελθόντος είναι η κυνικότητα με ύφος χιλίων καρδιναλίων με την οποία αντιμετωπίζουν πλέον την αγωνία και την μάχη για επιβίωση των απλών ανθρώπων, των οποίων μέχρι χθες υποτίθεται ότι υμνούσαν τα σώψυχα.
Η Niemands Rose και Τα φώτα στο βάθος είναι στον αντίποδα των παραπάνω και αποτελεί την άρνηση σε αυτούς. Είναι το νέο είδος διανοούμενου, στο πλευρό και όχι εναντίον των ταπεινών και καταφρονεμένων. Δεν είναι άσχετο αυτό με το γεγονός ότι η νέα γενιά διανοουμένων, σε αντίθεση με την αμέσως προηγούμενη, προλεταριοποιείται βιαίως. Γράφει χαρακτηριστικά ή ίδια στο «Κυριακές γκραν γκινιόλ» περιγράφοντας αυτή την μεταστροφή:
«...Τις Κυριακές, στο κέντρο μιας πόλης κατάστικτης με τατού στα ντουβάρια, ή στις εξοχές και τις θάλασσες, αγοράζαμε εφημερίδες. Τυλιγμένες σε σελοφάν. Τις αδειάζαμε από τα περιττά, από διαφημιστικά φυλλάδια και σομόν οικονομικά ένθετα. Η ζωή κυλούσε χωρίς οικονομικούς δείκτες, χωρίς γραφήματα των τιμών του χρυσού και του πετρελαίου, χωρίς τους ολοσέλιδους πίνακες με τις τιμές των μετοχών. Κυλούσε χωρίς να λέμε: CDS, PSI, spreads, χρηματοπιστωτική κρίση, ύφεση, χρεωκοπία, περικοπές, στάση πληρωμών, εργασιακή εφεδρεία, επιτόκια δανεισμού. Κυλούσε χωρίς μνημόνιο, μεσοπρόθεσμο και πολυνομοσχέδιο. Χωρίς ΔΝΤ, Eurogroup και τρόικα. Οι φυλλάδες της οικονομίας αδιάβαστες προορίζονταν για ανακύκλωση ή για καθάρισμα τζαμαρίας.
Και μετά οι όροι ξεχύθηκαν από τις φυλλάδες, ανακυκλώνονταν στα χείλη μας, βρώμιζαν τα στόματά μας. Και μετά τα παράθυρα θόλωσαν. Πύκνωσαν οι ανάσες στα σπίτια μας. Μέναμε μέσα όλο και πιο συχνά. Ακούγαμε όλο και πιο αμίλητοι τις τηλεπερσόνες να μας κατακεραυνώνουν με μια γλώσσα αυταρχική, γεμάτη δυσνόητους οικονομικούς όρους, εκβιαστικά διλήμματα και φασίζοντα ορθολογισμό. Ζαρώναμε όλο και πιο φοβισμένοι στα καθιστικά. Βουλιάζαμε όλο και βαθύτερα στον ιδιωτικό βίο. Παραδίδαμε το συρρικνωμένο ελεύθερο χρόνο μας σε οθόνες, μιας ψευτοσυμμετοχής στα εν δήμω μέσα απ' τα social media ή μιας παθητικής ενημέρωσης από μισθωμένα φερέφωνα. Ξεφυλλίζαμε πια με αγωνία τα οικονομικά ένθετα, σαν χρησμό.» (Τα φώτα στο βάθος, σελ. 163)
Η Niemands, συνεχίζοντας να στέκει πάνω στο έδαφος των «μικρών αφηγήσεων», κάνει ένα κολάζ από αυτά, όπως όταν ξεκίναγε η πανκ σκηνή. Οι δημιουργοί των αφισών των συναυλιών έκαναν το ίδιο με όλα τα κοινωνικά ζητήματα: τη φτώχεια, το ρατσισμό, τη σχέση των δύο φύλων, κ.λπ. Τα θέματα αυτά τα πραγματεύεται η Niemands ως μικρές αφηγήσεις, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος παρατηρεί όλα τα μικρά ρυάκια και τον τρόπο που συγκλίνουν προς τον μεγάλο ποταμό:
«...Καλοκαίρι. Καθώς χαράζει στο Άμστερνταμ, ένα πτώμα ξεβράζεται στις όχθες του ποταμού. Ένας Βραζιλιάνος μετανάστης πέφτει νεκρός από τις σφαίρες της βρετανικής αστυνομίας. Η μέρα προχωράει. Καύσωνας και οχλαγωγία.
Μια ομάδα ακτιβιστών εισβάλλει σε κάποια πλαζ επιβάλλοντας ενός λεπτού σιγή. Σουρουπώνει. Από τον ορό του γέροντα, που δεν περιμένει επισκεπτήριο, στάζει στάλα στάλα η μοναξιά.
Τη νύχτα, στη νότια Κρήτη, μια μαμά με το μωρό στην αγκαλιά προσπαθεί να διακρίνει τα φώτα της Λιβύης στο βάθος του ορίζοντα. Χειμωνιάζει, ένα χαλίκι θα σφηνώσει στους αρμούς του παπουτσιού της και θα βρει τη θέση του ανάμεσα σε μια συλλογή από βότσαλα.
Μία κυρία συλλαμβάνεται από τους σεκιουριτάδες ενός πολυκαταστήματος στο γιορτινό Δουβλίνο, καθώς κλέβει μια κασετίνα, ενώ ο υπερτυχερός ενός λαχείου κρεμάει την ταμπέλα hunger στο Στραντ της μητρόπολης. Μια φανταστική πόλη μετατρέπει το χριστουγεννιάτικο κλίμα φιλανθρωπίας σε εξέγερση. Παρήλθαν αργίες μπελ επόκ. Ζωντανεύουν οι πολαρόιντ.
Χορεύουν σε παραπήγματα στην εξοχή της Πρωτομαγιάς, στο χώμα το νωπό στην ύπαιθρο της Καθαρής Δευτέρας, με φόντο συρματοπλέγματα σ' ένα χωράφι της Ανάστασης, σε κάποια σαλοτραπεζαρία της Πρωτοχρονιάς, σε χορό εργαζομένων της Απόκριας. Η Ελπίδα, η μάνα του νάνου, χορεύει στην αυλή του χαμόσπιτου.
Ξημερώνει Κυριακή γκραν γκινιόλ.»
Θα μπορέσει η ίδια να αποτελέσει τον προπομπό ενός νέου κύματος αμφισβήτησης στον χώρο της λογοτεχνίας; Θα αποτελέσει το ύφος της ένα νέο είδος λογοτεχνίας; Η ίδια σε μια πρόσφατη συνέντευξη της, όταν ρωτήθηκε ποιοι είναι οι αγαπημένοι της συγγραφείς, απάντησε με ελικρίνεια «αυτοί του μέλλοντος».

Μένει να αποδειχτεί αν θα βρει μιμητές. Όχι τόσο στον τρόπο γραφής – σίγουρα υπάρχουν και άλλοι στη blog-όσφαιρα – αλλά στο θάρρος και το θράσος που χρειάζεται για να εκδώσουν τις μικρού μήκους αφηγήσεις τους. Η εποχή είναι ευνοϊκή για αυτό.

#book_encounters: Η Niemands Rose για τις βιβλιοπαρουσιάσεις (ένθετο εφημερίδας ΚΟΣΜΟΣ)

Η πρώτη φορά που βρέθηκα σε βιβλιοπαρουσίαση ήταν συμπτωματικά λίγο καιρό αφού είχε εγκριθεί η έκδοση του βιβλίου μου, δηλαδή αρχές Απρίλη, όταν παρουσίαζε ο αγαπημένος μου Άρης Μαραγκόπουλος το καινούργιο του βιβλίο, το «Χαστουκόδεντρο». Έβαλα στην τσάντα μου λοιπόν το αντίτυπο που είχα ήδη αγοράσει και διαβάσει και ξεκίνησα για την πλατεία Συντάγματος, όπου θα γινόταν η παρουσίαση σε βιβλοπωλείο της περιοχής. Το πάνελ αποτελούσαν ο Βασίλης Βασιλικός, ο Μάνος Στεφανίδης και ο Μαραγκόπουλος. Τριγύρω υπήρχαν γιγαντοαφίσσες από το εξώφυλλο του βιβλίου, ενώ στο τραπέζι των ομιλητών βρίσκονταν στίβες με αντίτυπα του Χαστουκόδεντρου. Το πολυπληθές κοινό είχε καταλάβει όλες τις διαθέσιμες καρέκλες ενώ πολλοί ήμαστε όρθιοι. Διαισθανόμουν όμως πως δεν επρόκειτο για μια τυπική βιβλιοπαρουσίαση, αν και αμάθητη σε τέτοια ηβέντς. Το γραμμόφωνο και το βινύλιο δεν άφηνε πολλά περιθώριο για παρανόηση. Βρισκόμουν πράγματι σε μία αντισυμβατική παρουσίαση.
Ήταν, επαναλαμβάνω, η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε παρουσίαση βιβλίου, γεγονός μάλλον παράδοξο για κάποια που σε λίγες βδομάδες θα έκανε το ντεμπούτο της ως συγγραφέας η ίδια. Αναδρομικά, προσπαθώντας να εξηγήσω πώς αν και βιβλιόφιλη η ίδια δεν έτυχε να βρεθώ ποτέ πριν σε βιβλιοπαρουσίαση ανέτρεξα αρχικά στην προσωπική μου διαδρομή. Ως τα δεκαοχτώ μου ζούσα στο Ηράκλειο Κρήτης, που οι παρουσιάσεις βιβλίων, ακόμα και όταν συνέβαιναν πολύ σπανίως δεν αφορούσαν την εφηβεία μου. Αργότερα, που βρέθηκα ως φοιτήτρια στην Αθήνα, και μολονότι συνέχισα να διαβάζω μανιωδώς, είχα πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνω από το να τρέχω σε βιβλιοπαρουσιάσεις. Κι έπειτα, όταν πια βρέθηκα να κατοικώ στο Λονδίνο, η φυσική απόσταση από τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα δε θα μου επέτρεπε τη συμμετοχή σε ανάλογες εκδηλώσεις. Όμως, εικάζω εκ των υστέρων, πως ακόμη κι αν κατοικούσα στην Αθήνα αμετακίνητη όλη μου τη ζωή, πολύ αμφιβάλλω πως οι βιβλιοπαρουσιάσεις θα ήταν κάτι που θα αναζητούσα. Κι αυτό γιατί η εντύπωση που είχα σχηματίσει για το συγκεκριμένο είδος εκδηλώσεων δεν ήταν καθόλου θελκτική.
Υπέθετα πως πρόκειται συνήθως για μια αποστειρωμένη διαδικασία, που κινείται σε ένα διεκπεραιωτικό και τυποποιημένο μοτίβο προώθησης του βιβλίου ως καταναλωτικό προϊόν, που χαρακτηρίζεται από ένα κομιλφό πνεύμα επικουρούμενο από κολακείες και εγκώμια μεταξύ όσων συμμετέχουν και που αναπαράγεται ανέμπνευστα σε περιχαρακωμένους λογοτεχνικούς κύκλους.
Ο θεσμός των βιβλιοπαρουσιάσεων φαίνεται να ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στο βιβλιοχαρτοπωλείο «Βιβλιοαγορά» στην Αθήνα, με πρωτοβουλία της Ουρανίας Μεταλληνού, που δημιούργησε αργότερα το εμβληματικό βιβλιοπωλείο «Πλους» στην Κέρκυρα, και του Μανώλη Αρχοντάκη, συγγραφέα. Με τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία και τις άοκνες προσπάθειες που ακολούθησαν, οι δύο αυτοί άνθρωποι θέλησαν, όπως μαθαίνουμε από τον Δημοσθένη Καλάκο, γιο της Ουρανίας η οποία δεν ζει πια και σημερινό ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου, να φέρουν τον λογοτέχνη σε επαφή με το κοινό του, να δημιουργήσουν ένα κλίμα εγγύτητας μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη, να κάνουν την τέχνη πιο προσιτή στον κόσμο, να προσδώσουν μια πιο ανθρώπινη διάσταση στο βιβλίο.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι να μείνουμε πιστοί στο όραμα των πρωτεργατών, έτσι όπως το φαντάζεται, όπως το εκλαμβάνει ο καθένας, χωρίς στεγανά, χωρίς να χρειάζεται να απολογείται κανείς σε κανέναν. Ας πραγματοποιεί κάποιος συμβατικές βιβλιοπαρουσιάσεις ακολουθώντας την πεπατημένη, αν αυτό τον ευχαριστεί, αν σε αυτό το πλαίσιο νιώθει ασφαλής. Κι ας πραγματοποιεί όμως αντίστοιχα κάποιος βιβλιοπαρουσιάσεις που καταργούν τα κλισέ. Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο παραμένει αλλού, να κοιταζόμαστε στα μάτια.




Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" στον Λαμπτήρα Πυρακτώσεως



Ο Μάριος Μαγιολαδίτης γράφει βιβλιοκριτική για "Τα φώτα στο βάθος" στο 12ο τεύχος του "Λαμπτήρα Πυρακτώσεως", το περιοδικό της Πορείας Αριστερής, που κυκλοφορησε μόλις σε Ηράκλειο, Αθήνα, Πάτρα, Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, κ.α.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Βιβλιοκριτική από το e-Αναγνώστης για "Τα φώτα στο βάθος"


Θέλω να βλέπω μεγάλες γυναίκες στις παμπ και στα καφέ, να οδηγούν ποδήλατα, να είναι φρικιά, να κάνουν γυμνισμό, να πίνουν και να καπνίζουν, να πηγαίνουν σε συναυλίες, να κατεβαίνουν σε πορείες. Να γερνούν έξω από τους τέσσερις τοίχους με τα σεμεδάκια, τα εικονίσματα και την καταπίεση στο μάνταλο, γαμώτο.

Είναι από τις καλές στιγμές του internet και της λογοτεχνίας. Τα κείμενα μιας blogger που παρακολουθείς από την αρχή να γίνονται βιβλίο, που να φτάνει μάλιστα μέσα σε λίγους μήνες την τρίτη του έκδοση.

"Τα φώτα στο βάθος. Αφηγήσεις μικρού μήκους" (α' έκδοση: Μάιος 2013, Εκδόσεις Απόπειρα) είναι μια επιλογή 38 κειμένων που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο blog της Niemands Rose από το 2007. Όπου το ψευδώνυμο Niemands Rose έλκει την καταγωγή του από την ποιητική συλλογή Die Niemandsrose του Πάουλ Τσέλαν, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως "Του κανενός το ρόδο".

Οι «αφηγήσεις μικρού μήκους» δεν μπορούν να ενταχθούν στα γνωστά μας κειμενικά είδη. Προσπαθώντας να ονομάσουμε το νέο με παλιά ονόματα, θα λέγαμε ότι πρόκειται για διηγήματα - αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει. Εκτείνονται συνήθως σε 2-3 σελίδες, σπάνια λιγότερες ή περισσότερες, έχουν μια συντομία -που πυκνώνει το περιεχόμενο- ενδεικτική της πρώτης τους δημοσίευσης ως posts σε blog. Και το κειμενικό τους είδος είναι ακριβώς αυτό: αναρτήσεις σε blog.

Και πράγματι τα κείμενα της Niemands Rose οφείλουν πολλά στο internet, πέρα από τη μορφή τους. Είναι τα κείμενα κάποιας που δεν ξεκίνησε να γίνει συγγραφέας, αλλά ξεκίνησε να γράφει αυτά που την απασχολούν και μέσα από τη συζήτηση και την αναγνώριση της σημασίας τους, μέσα από την ενθάρρυνση γνωστών και όχι τόσο γνωστών αναγνωστών της, πείστηκε και η ίδια ότι θα μπορούσαν να γίνουν βιβλίο. Η τεχνική ευκολία του να ξεκινήσεις ένα blog, το σταδιακό, ανάρτηση την ανάρτηση γράψιμο, η δυνατότητα να βρουν τα κείμενα τους αναγνώστες τους μέσα από το internet και να διαδοθούν πληκτρολόγιο με πληκτρολόγιο, κοινοποίηση με κοινοποίηση, σχόλιο με σχόλιο είναι κινητήριες δυνάμεις εξίσου σημαντικές με τις συγγραφικές ικανότητες της Niemands Rose σε αυτήν την περίπτωση. Χωρίς υπερβολή, ήταν οι αναγνώστες που οδήγησαν στην έκδοση του βιβλίου - και οι Εκδόσεις Απόπειρα ολοκλήρωσαν αυτή τη διαδικασία τυπώνοντάς το.

Θα ήταν όμως άδικο να εξετάζαμε το βιβλίο της Niemands Rose μόνο ή κυρίως ως μια ιστορία επιτυχημένης έκδοσης χωρίς εκδότη χάρη στο internet.  Όσο και αν τα μέσα παραγωγής και διάδοσης των κειμένων είναι ψηφιακά και ιντερνετικά, το περιεχόμενο παραμένει "βασιλιάς". Το σημαντικό με "Τα φώτα στο βάθος" είναι το πόσο διαφορετικά είναι τα κείμενα της Niemands Rose από αυτό που ονομάζουμε "σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία".

Πυκνά, αλλά λιτά. Βιωμένα, αλλά όχι αυτοβιογραφικά. Γυναικεία, αλλά όχι ροζ. Στοχαστικά, αλλά όχι φλύαρα και αυτοαναφορικά. Πολιτικά, αλλά όχι προπαγανδιστικά. Με οπτική γωνία, αλλά και χώρο για τον αναγνώστη. Τοπικά, αλλά όχι τουριστικά ή φολκλόρ. Ριζοσπαστικά, αλλά λογοτεχνικά. Λογοτεχνικά αλλά όχι επιτηδευμένα. 

Σκηνές, σχεδόν σαν φωτογραφίες, επιλέγονται προσεκτικά και οι φράσεις-πυροτεχνήματα της Niemands Rose τους δίνουν το πλαίσιό τους. Κρήτη, Λονδίνο, Αθήνα, οι σπουδές της στις κοινωνικές επιστήμες, η ριζοσπαστική της ατζέντα, εμπειρίες καθημερινές και παρατηρήσεις του γύρω κόσμου είναι διαθλασμένα παρούσες στην αφήγηση.

Τα κείμενα της Niemands Rose, γεννημένα στο blog, ευνοούνται τώρα από τη συγκέντρωση και την έκδοσή τους σε βιβλίο (προς το παρόν έντυπο) - και όχι μόνο γιατί αποκτούν την αίγλη της νέας τους μορφής ή φτάνουν και σε όσους δε διαβάζουν blogs. Αν η ανάρτηση στο blog συνδέεται με την άμεση, αλλά πιθανόν πιο γρήγορη και αποσπασματική ανάγνωση, η μορφή του βιβλίου -έντυπου ή ebook- σημαίνει μια απόφαση να διαβάσεις περισσότερο κείμενο, πιο προσεκτικά, να κατανοήσεις πιο ολοκληρωμένα. 

Και "Τα φώτα στο βάθος" μπορεί να γράφτηκαν εν θερμώ, ως αναρτήσεις blog, αλλά διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται με νέο ενδιαφέρον εν ψυχρώ, ως ολοκληρωμένη και αποπερατωμένη μονάδα. Δηλαδή ως βιβλίο.

Κείμενα της Niemands Rose έχουν δημοσιευτεί επίσης στο συλλογικό ebook "Ανθολόγιον Ιστολόγιον".

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Συνέντευξη για "Τα φώτα στο βάθος" στην Ελένη Γκίκα ('Εθνος του Σαββάτου)

Για τη ζωή της γνωρίζουμε ότι έχει γεννηθεί στην Κρήτη, έχει σπουδάσει κοινωνικές επιστήμες στην Αθήνα και στο Λονδίνο. Εχει συνεργαστεί με διάφορες εφημερίδες και περιοδικές εκδόσεις (την «Ελευθεροτυπία», την «Αυγή» και τα «Ενθέματα», το «Μπαχάρ» κ.ά.), ενώ κείμενά της περιλαμβάνονται στο συλλογικό έργο «Ανθολόγιον Ιστολόγιον» (ψηφιακή έκδοση, 2012). Καθώς και το ότι διατηρεί από το 2007 το μπλογκ «Του κανενός το ρόδο», δηλαδή «Niemands Rose». Μας μιλά για τη ζωή της, την Ελλάδα του σήμερα, το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής, την Αθήνα που ξαναβρήκε γυρίζοντας, τη ζωή των νέων, το ζοφερό αύριο και το μεθαύριο, πια. Οι απόψεις της είναι γνωστές στο Διαδίκτυο, συντονίζει εκδηλώσεις για τον δημόσιο λόγο. Κι είναι νέο κορίτσι. Είναι η γνωστή μας πια Niemands Rose.

Να σας λέω... όπως υπογράφετε; Niemands Rose;
Το Νίμαντζ Ρόουζ, ή Νιμαντσγόζε πιο σωστά, προέρχεται από έναν στίχο του Γερμανοεβραίου ποιητή Παούλ Τσελάν, που βίωσε σε νεαρή ηλικία τη θηριωδία των στρατοπέδων συγκέντρωσης στον B' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ και οι δύο γονείς του εκτελέστηκαν από τους ναζί. Αν και συχνά μετανιώνω που οικειοποιήθηκα τη φράση ενός από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς ποιητές παγκόσμια, ή έρχομαι σε κάποια αμηχανία που φέρω ένα τόσο ανοίκειο φιλολογικό ψευδώνυμο, ωστόσο πια, περισσότερο από ποτέ, πείθομαι ότι πρέπει να το διατηρήσω ως υπόμνηση και ως φόρο τιμής στον ποιητή. Επομένως, για να απαντήσω στην ερώτησή σας, ναι, έτσι θα ήθελα να με αποκαλείτε.

Και να μας πείτε πώς γεννήθηκε το 2007 το μπλογκ «Niemands Rose», «Του κανενός το ρόδο»;
Το μπλογκ προέκυψε μέσα από μία σειρά συμπτώσεων, όπως το ότι εκδιώχθηκα από ένα φόρουμ γιατί ενοχλούσαν την ομήγυρη οι απόψεις μου. Μου είχαν πει «αν θες να λες αυτά τα πράγματα, να πας να ανοίξεις μπλογκ!» Αναρωτήθηκα τι να είναι αυτό κι όταν κατάλαβα πως δεν κινδυνεύεις να λογοκριθείς από τον κάθε μικρόνοα διαχειριστή ή να πέσεις θύμα διαδικτυακού λιντσαρίσματος γιατί διαταράσσεις τις εγκατεστημένες δυναμικές της ομάδας σε κάποιο φόρουμ, ένιωσα πως μου ταιριάζει καλύτερα. Εκτός από αυτό, το φαινομενικά ατυχές αλλά επί της ουσίας ευτυχές περιστατικό, η απόφασή μου είχε να κάνει με το ότι βρισκόμουν σε μια περίοδο αναγκαστικού κατ' οίκον περιορισμού, γιατί έπρεπε να τελειώσω το διδακτορικό μου.

Από το μπλογκ μέχρι το πρώτο βιβλίο σας «Τα φώτα στο βάθος» στις εκδόσεις «Απόπειρα», τι μεσολάβησε;
Μεσολάβησαν σχεδόν πέντε χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στα σόσιαλ μίντια, παρά το ότι επρόκειτο για πέντε ζόρικα χρόνια, με ολοκλήρωση του κύκλου σπουδών μου, επαναπατρισμό και προσαρμογή στα εντελώς νέα δεδομένα, μετάβαση από το ακαδημαϊκό σε εργασιακό περιβάλλον με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τη γέννηση των δύο παιδιών μου, πέντε μετακομίσεις εντός και εκτός Ελλάδας. Μεσολάβησε, δηλαδή, μία περίοδος που δεν έχω προφτάσει να πάρω ανάσα κι, όμως, η ανάγκη μου να αρθρώνω λόγο, να εκφράζομαι, ξεπερνούσε τελικά τις όποιες αντικειμενικές δυσκολίες.

Και γιατί επιλέξατε να το υπογράψετε και πάλι ως Niemands Rose;
Ενιωθα πλέον πιο οικεία στον δημόσιο λόγο μου με το ψευδώνυμο. Ομως με την ευκαιρία, επειδή μου το ρωτούν αυτό συχνά, αξίζει ίσως να υπενθυμίσω πως δεν έκανα δα και κάτι το καινοφανές. Συνηθίζεται στα γράμματα και στις τέχνες η χρήση καλλιτεχνικού ψευδωνύμου.

Τι ακριβώς είναι «Τα φώτα στο βάθος»; Είναι η εποχή μας «Τα φώτα στο βάθος»;
«Τα φώτα στο βάθος» είναι μία φράση από το ομώνυμο διήγημα στη συλλογή. Είναι τα φώτα της Λιβύης, που λέγεται πως κάποιες νύχτες είναι ορατά από τα νότια παράλια της Κρήτης, είναι κι η ματιά που στρέφεται εκτός συνόρων. Είναι, όμως, κι ο αμυδρός φωτισμός που διακρίνεται στο βάθος ενός σκοτεινού ορίζοντα και που πρέπει να δούμε. Είμαστε υποχρεωμένοι. Εντέλει είναι ένα μήνυμα πίστης στη ζωή, στο φως.

Πολιτική και ποιητική, κοινωνική και ονειρική, σκληρή και ταυτοχρόνως τόσο πολύ τρυφερή, με καθημερινή έννοια για τα ανθρώπινα είστε εδώ και τα βλέπετε κι έχετε κι άποψη, κι είστε τόσο πολύ νέα, να τα πάρουμε από την αρχή: Χρυσή Αυγή, ένα φαινόμενο πού ποιος το εξέθρεψε;
Εχω την εντύπωση πως έχει βαθιές ιστορικές ρίζες το φαινόμενο και πως δεν εξέλειψε ποτέ από αυτόν τον τόπο. Οταν οι συνθήκες της βαθιάς οικονομικής ύφεσης και της πολιτικής κρίσης το επέτρεψαν, απέκτησε κι ένα brand name γύρω από το οποίο συσπειρώθηκε η ημεδαπή Καμόρα και στέγασε τη μισαλλοδοξία, τον σωβινισμό, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, τον λαϊκισμό, τη διεστραμμένη προγονολατρεία κ.λπ. που επωάζονταν σε εστίες με άλλα ονόματα, αδιάλειπτα.

Αυτοκτονίες, ανεργία κι απόγνωση, «Τα φώτα στο βάθος» κι η Niemands Rose τι λένε;
Αποφεύγω συστηματικά να μιλήσω για τις αυτοκτονίες των τελευταίων χρόνων. Δεν μιλάμε για αυτόχειρες αλλά για θύματα πολέμου. Με ταράζει πολύ το θέμα. Θέλω να ομολογήσω δημόσια, για πρώτη φορά, πως παλεύω με τον αυτοκτονικό ιδεασμό από παιδί.

Τα πιο φωτεινά και τα πιο σκοτεινά σημεία της εποχής;
Αναμφίβολα, κατά τη γνώμη μου, το πιο σκοτεινό σημείο είναι η άνοδος του ναζισμού. Τα φωτεινά σημεία είναι κατακερματισμένα, είναι πιο άδηλα, χρειάζεται να τα αναζητήσει κανείς. Τα βρίσκεις στην αλληλεγγύη που επεκτείνεται, στις συλλογικότητες που δημιουργούνται, στα έντυπα του δρόμου, στα συνθήματα στους τοίχους, στην άδολη τέχνη, στις τυχαίες συναντήσεις, στην κουβέντα με έναν ωραίο άνθρωπο, στη φύση.

Πώς ήταν η Αθήνα της επιστροφής; Πώς την αφήσατε και πώς τη βρήκατε...
Την Αθήνα των φοιτητικών μου χρόνων στην Κυψέλη τη βίωσα ως ανθρωπογεωγραφία, την έζησα μέσα από τα πρόσωπα και τα κορμιά, τις φιλίες και τους έρωτες. Δεν τη γνωρίζω παρά σαν απαραίτητο αλλά μακρινό σκηνικό για την πρώτη μου έξοδο από την οικογενειακή φωλιά. Ομως η Αθήνα, ακόμη κι ως μπαγκράουντ, εγγράφεται βαθιά μέσα σου. Δεν είναι τόσο τυχαίο που ξαναγύρισα κοντά της. Με εξοντώνει και με συγκλονίζει εξίσου, όπως ένας μεγάλος έρωτας. Θα την εγκαταλείψω, όμως, σε περίπτωση που εκλεγεί δήμαρχος ναζί.

«Τα φώτα στο βάθος» και η Niemands Rose είναι ήδη γνωστά, διαδικτυακά, σχεδόν μυθικά πρόσωπα. Πώς εξηγείτε αυτήν την τόσο ζεστή επαφή με τον κόσμο;
Εχω πράγματι μεγάλη αποδοχή, αλλά έχω και ορκισμένους εχθρούς, πρέπει να σας επισημάνω. Νομίζω η αποδοχή εξηγείται από το ότι γράφω πηγαία, όταν πρόκειται για λογοτεχνικά κείμενα, και ανεξάρτητα, χωρίς να ανήκω κάπου, χωρίς σκοπιμότητες, εκφράζοντας μόνο τον εαυτό μου, όταν πρόκειται για άρθρα.

Γράφετε τώρα;
Εχω πολλές ιδέες, ευτυχώς, και έχω ξεκινήσει πολλά, δυστυχώς. Πρέπει να αφοσιωθώ σε ένα γραπτό.

Κι είστε αισιόδοξη γι' αυτό που θα 'ρθει; Εκείνο το «αύριο» μπορείτε να φανταστείτε πώς θα 'ναι;
Δεν είμαι αισιόδοξη, δεν είναι στη φύση μου. Εχω πίστη στη ζωή όμως, παρά το κατά τον δαίμονα εαυτού που με καταδιώκει. Το αύριο διαφαίνεται ζοφερό στα μάτια μου. Παλεύουμε ήδη για το μεθαύριο.

Πότε γράψατε για πρώτη φορά; Και ήταν;
Θυμάμαι πως είχα γράψει το πρώτο μου ποίημα όταν ήμουν μικρό παιδί κι είχα ακούσει στην τηλεόραση πως έχασε τη ζωή του μέσα στο γήπεδο ένας νέος άνθρωπος. Περίπου δύο δεκαετίες αργότερα που με παρότρυνε ένας φίλος να αναζητήσουμε το γεγονός, ανακάλυψα πως επρόκειτο για τον 29χρονο Χαράλαμπο Μπλιώνα, στο Αλκαζάρ της Λάρισας.

Το όνομά σας αλήθεια ποιο είναι; Πώς σας λένε;
Θα μου επιτρέψετε να σας απαντήσω με μία φράση από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ: «What's in a name? That which we call a rose. By any other name would smell as sweet».


ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

'Εθνος του Σαββάτου